• Η εύκολη λοιδορία που αντιτάσσεται στη μεταφυσική είναι για τον τάχα ανορθόλογο χαρακτήρα της. Οι λοιδορούντες ταυτίζουν τη μεταφυσική με την παραίτηση από τη λογική σκέψη, τη μεθοδική ορθότητα, την κριτική λειτουργία του νου. Λογαριάζουν σαν προϋπόθεση της μεταφυσικής τα δόγματα, τις αξιωματικές αρχές, τις a priori παραδοχές.
  • Ξεχνάνε ότι η αριστοτελική, λ.χ., μεταφυσική (η συλλογιστική αναγωγή στην αναγκαιότητα ενός ακίνητου Πρώτου Κινούντος) είναι υπόδειγμα ορθολογικής, κριτικής μεθοδικότητας, δίχως ίχνος δογματισμών ή αξιωματικών απριορισμών. Μάλλον κάτι άλλο φαντάζονται σαν «ορθολογισμό», τον συγχέουν με την ενορμητική απαίτησή τους για βεβαιότητες που τις προσπορίζουν οι αισθήσεις. Οσοι λοιδορούν τη μεταφυσική σαν «ανορθόλογη», λησμονούν ότι προτάσεις απρόσιτες στην αισθητηριακή πιστοποίηση διατυπώνονται συχνότατα και ως επιστημονικές αποφάνσεις που αφορούν στην πραγματικότητα των ελάχιστων ή των μέγιστων διαστάσεων – τέτοιες προτάσεις δεν είναι αποκλειστικότητα της μεταφυσικής.
  • Να θυμίσω τα κοινότοπα της εκλαΐκευσης: Την «καμπυλότητα του χωρόχρονου», που ήταν άπειρη τη στιγμή της Μεγάλης Εκρηξης (Big Bang) και γίνεται άπειρη στο κέντρο των «μαύρων οπών» (Black Holes). Τις στοιχειώδεις μονάδες ύλης – ενέργειας που τις εντοπίζουμε και ως σωματίδια (όταν αναζητάμε τη θέση) αλλά και ως κύμα (όταν αναζητάμε την ταχύτητα) – (wave-particle duality). Στοιχειώδεις ποσότητες (quanta) ενέργειας που «δεν υπάρχουν» στον χώρο αλλά «δημιουργούν» χώρο. Τα «δυνάμει σωματίδια» (virtual particles) που δεν μπορούν να ανιχνευτούν άμεσα, αλλά η ύπαρξή τους έχει μετρήσιμες επιπτώσεις σε άλλα σωματίδια. Τα σωματίδια που κινούνται «προς τα πίσω» στον χρόνο και αυτή η «μαθηματική κίνηση» βρίσκει πειραματική επαλήθευση ως εντοπισμός αντισωματιδίου. Σωματίδια που ενώ βρίσκονται σε μεγάλες μεταξύ τους αποστάσεις, αποτελούν ενιαία ενική πραγματικότητα «ατοπικής ολιστικής διασύνδεσης». Κ.λπ., κ.λπ.
  • Για τον μη ειδικό, το συναρπαστικό σε τέτοιες επιστημονικές αναφορές είναι η γλώσσα. Καθόλου ανορθόλογη, αλλά και καθόλου προσιτή στις προσλαμβάνουσες της αισθητηριακής πιστοποίησης. Ενα αυστηρά ορθολογικό πλαίσιο, που ωστόσο μας επιτρέπει να μιλάμε για πραγματικότητα α-τοπικού χώρου, για ρεαλιστικά τεκμαιρόμενη κίνηση «προς τα πίσω» στον χρόνο, για «ανυπαρξία» που όμως «υπάρχει» και μετριέται ως επίπτωση, για κύμα που δεν είναι κύμα, αλλά σωματίδιο, για σωματίδιο που δεν είναι σωματίδιο, αλλά κύμα, για τα πολλά που είναι ένα, για το ένα που είναι πολλά. Μόνο στην ελευθερία της ποιητικής εικονολογίας θα μπορούσε να αναζητηθεί το ανάλογο αυτής της εκφραστικής.
  • Και την αδυναμία μας για παραστατική αντίληψη της πραγματικότητας των ελάχιστων και μέγιστων διαστάσεων δεν την αναπληρώνει η «σαφήνεια» της γλώσσας των μαθηματικών. Γιατί η γλώσσα των μαθηματικών δεν είναι αναπαραστατική οντοτήτων, είναι γλώσσα σημαντική σχέσεων. Λειτουργεί η μαθηματική γλώσσα μάλλον σαν παρτιτούρα μουσικής: «Διαβάζουμε» και διαβλέπουμε τη μελωδία, αλλά καμιά ποτέ μελωδία δεν αναπαραστάθηκε μορφικά, σχηματικά.
  • Η ανάσταση του Χριστού δεν είναι μια αξιωματική «αλήθεια» που «οφείλει» κανείς να τη δεχθεί ευνουχίζοντας τη νοημοσύνη και την κρίση του. Είναι μια πρόταση «νοήματος» (αιτίας και σκοπού) της ύπαρξης, του κόσμου, της Ιστορίας. Πρόταση συνεπέστατα ορθολογική, αλλά με πεδίο επαλήθευσης την εμπειρική δυναμική της σχέσης, όχι τις ενορμητικές απαιτήσεις αισθητηριακών «βεβαιοτήτων».
  • Η πρόταση λέει: Αιτιώδης. Αρχή του υπαρκτού δεν είναι η αναγκαιότητα (μιας άλογης «τυχαιότητας» ή ενός δέσμιου στη θεότητά του Θεού). Αιτιώδης Αρχή της ύπαρξης και της ζωής είναι η ελευθερία μιας αυτοσυνείδητης και λογικής (με τους όρους της άκρως σχετικής ανθρώπινης γλώσσας) προσωπικής Ετερότητας. Υπάρχει, επειδή θέλει να υπάρχει, και η ελευθερία αυτής της θέλησης «υποστασιάζει» (κάνει υποστάσεις, πραγματικές υπάρξεις) το είναι της –πραγματοποιεί την ύπαρξη ως κοινωνία αγάπης, αφού η αγάπη είναι πληρότητα ελευθερίας από κάθε προκαθορισμό, από κάθε αναγκαιότητα.
  • Ο τρόπος για να σημάνει η λογική της ανθρώπινης γλώσσας την Αιτιώδη Αρχή ως ελευθερία, είναι να την ορίσει όχι ως μονάδα φύσεως (θεϊκής), αλλά ως τριάδα προσώπων. Τα πρόσωπα (υποστάσεις υπαρκτικής ελευθερίας) σημαίνονται όχι με προσδιορισμούς ατόμων κάποιας φύσης, (Ζευς, Απόλλων, Ερμής), αλλά με προσδιορισμούς αυτοπροαίρετης σχέσης, δηλαδή ελευθερίας (Πατήρ, Υιός, Πνεύμα). Και αυτοί οι προσδιορισμοί δεν επινοούνται από κάποιον κάποτε φιλόσοφο νου, εμφανίζονται ως κοινωνούμενη μαρτυρία συγκεκριμένης ιστορικής εμπειρίας: Είναι η μαρτυρία αυτοπτών μαρτύρων της παρουσίας ιστορικού προσώπου – Ιησού τού από Ναζαρέτ.
  • Η ιστορική παρουσία του Ιησού συνοδεύεται από «σημεία» (σημαίνοντα) ελευθερίας ως προς τις αναγκαιότητες που περιορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Δεν είναι πράξεις άλογης (ανερμήνευτης) θαυματουργίας, είναι «σημεία» με την έννοια που είναι «σημείο» μια λέξη, ένας μαθηματικός τύπος, μια παρτιτούρα: Παραπέμπει σε πραγματικότητα υποκείμενη στον εμπειρικό έλεγχο, δεν την υποκαθιστά.
  • Η τελική γλωσσική καταγραφή της μαρτυρίας των «σημείων» (έργων και λόγων) Ιησού τού από Ναζαρέτ θα μπορούσε να συνοψιστεί στη λογική πρόταση: Ο Θεός, ελεύθερος από κάθε υπαρκτικό προκαθορισμό θεότητας, και με την ελευθερία του να πραγματώνεται υπαρκτικά ως αγάπη, ενανθρωπίζεται από έρωτα μανικό για τον άνθρωπο. Η ενανθρώπισή του είναι η βεβαίωση της ελευθερίας του από αναγκαιότητες της θείας φύσης του. Και η ανάστασή του από των νεκρών είναι η βεβαίωση της ελευθερίας του από τους υπαρκτικούς περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης.
  • Αυτή η πρόταση δεν είναι υποχρεωτική για κανέναν, δεν συνιστά αξιωματική «αλήθεια», απαίτηση ευνουχισμού της λογικής και της κρίσης. Απαντάει στο δίλημμα της λογικής μας, αν Αιτιώδης Αρχή του υπαρκτού είναι η ελευθερία ή η τυφλή αναγκαιότητα. Είναι μια ορθολογικά συντεταγμένη πρόταση, που η επαλήθευση ή η διάψευσή της δεν εξαντλείται στον έλεγχο της μεθοδικής συνέπειας – το ίδιο όπως και στις πολύ γενικές ερμηνευτικές προτάσεις της φυσικής επιστήμης. Η επαλήθευση είναι εμπειρική συνάρτηση της δυναμικής των σχέσεων, εισόδου στη συναρπαστική περιπέτεια που είναι η σχέση τόσο ως γνωστικό όσο (και κυρίως) ως ερωτικό γεγονός.
  • Η Ανάσταση δεν έχει οπαδούς, έχει «τέκνα»: Οσους γεννιώνται αυτοπροαίρετα στο ερωτικό άθλημα της αυθυπέρβασης, αρνητές της δουλείας στον άλογη αναγκαιότητα.
Advertisements