Ο ίδιος μπορεί να σχολίαζε την έκβαση με έναν ακόμα φιλοσοφικό σαρκασμό. Oμως την περασμένη Παρασκευή η ετυμηγορία που ακούστηκε στην κεντρική σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών ήταν σαφής. Είκοσι πέντε αιώνες μετά την πρώτη γουλιά του κώνειου, με ισοψηφία των δικαστών αλλά την πλειοψηφία του κοινού υπέρ του, ο αθηναίος φιλόσοφος απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες του

Αν το φόντο ήταν ξανά εκείνη η στοά της αρχαίας αγοράς, όπου το 399 π.Χ. ο Σωκράτης δικάστηκε από τους πεντακόσιους αθηναίους πολίτες της Ηλιαίας για διαφθορά των νέων και ασέβεια προς τους θεούς, το πολυπληθές κοινό μπορεί και να στριμωχνόταν λιγάκι.
Ομως στη sold out εκδήλωση της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, οι θεατές, από φοιτητές Νομικής μέχρι υπηρεσιακοί υπουργοί, και άνετα καθίσματα είχαν και τρίγλωσση μετάφραση των αγορεύσεων και δέκα διαπρεπείς δικαστές της Ευρώπης και της Αμερικής απέναντί τους: κάθονταν σε μια μεγαλοπρεπή έδρα, έτοιμοι να λάβουν υπόψη τους τόσο την τότε συγκυρία όσο και τα πολιτικά ζητήματα που την ακολούθησαν και αφού άκουσαν πρώτα την πρόεδρό τους να απαγγέλλει εκ νέου τις κατηγορίες ή να θυμίζει ιστορικά γεγονότα (την τυραννία των τριάκοντα λόγου χάρη), έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στους δύο συνηγόρους και δύο κατηγόρους. Και εκείνοι, έπειτα από δυόμισι χιλιάδες χρόνια φιλοσοφικού στοχασμού, μόνο από επιχειρήματα δεν έπασχαν.
Μετά το «άρχεται η συνεδρίασις» και εκπροσωπώντας την κατηγορούσα Αρχή, τον λόγο πήρε ο Αντώνης Παπαδημητρίου, πρόεδρος του Ιδρύματος Ωνάση, δικηγόρος και εμπνευστής του εγχειρήματος και στην πρώτη του εκδοχή, στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Νέας Υόρκης πριν από έναν χρόνο. «Ο Σωκράτης φέρει την ευθύνη πράξεων, που οι κατηγορίες δεν έχουν αποδώσει στην απαιτούμενη έκταση και βάθος. Πρέπει να τιμωρηθεί για λόγους προστασίας της ίδιας της δημοκρατίας», είπε, σκιαγραφώντας τον κατηγορούμενο σαν πνευματικό και ιδεολογικό ηγέτη των τριάκοντα τυράννων, που εγκατέστησαν την ολιγαρχία το 404 π.Χ. και εκτέλεσαν 1.500 Αθηναίους.
«Γνωρίζω», είπε ο κατήγορος, «ότι για αιώνες πιστεύεται πως ο Σωκράτης δικάστηκε επειδή μιλούσε ελεύθερα, πρέπει όμως να αφήσουμε τη βεβαιότητα ότι ήταν αθώος. Και αν δεν λεγόταν Σωκράτης», αναρωτήθηκε, «αλλά Γιάννης; Αν δεν ήταν μεγάλος φιλόσοφος, αλλά απλός πολίτης;».
«Δεν έχουμε πρακτικά της ιστορικής δίκης, δεν ξέρουμε τι είπαν οι κατήγοροι», συμπλήρωσε μιλώντας από καρδιάς, όπως κάθε έμπειρος ρήτορας, ο Ηλίας Αναγνωστόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής Ποινικών και Εγκληματολογικών Σπουδών. Μεταξύ άλλων, είπε ότι στους αιώνες που ακολούθησαν τη δίκη, σχηματίστηκε μια παράξενη συμμαχία υπέρ του Σωκράτη: οι χριστιανοί τον είδαν σαν μάρτυρα, οι φιλελεύθεροι σαν ανεξάρτητο στοχαστή, οι επικριτές της δημοκρατίας σαν απόδειξη ότι το σώμα των ενόρκων, οι πολίτες δηλαδή, δεν αποφασίζουν πάντα σωστά. Σημασία όμως έχει η εποχή του Σωκράτη, στην οποία δεν υπήρχε κοσμικό κράτος, ούτε διαχωρισμός εξουσιών. Οι πολίτες πίστευαν ότι η ευτυχία δεν είναι ατομικό ζήτημα, αλλά συλλογικό. Ενώ εκείνος εξώθησε τους νέους στην ιδιώτευση.
Από την απέναντι έδρα, ο γάλλος δικηγόρος Πατρίκ Σιμόν αντέκρουσε τα περί αθεΐας με ένα ρητό: «Nulla poena sine lege». Καμία ποινή δεν υπάρχει χωρίς υφιστάμενο νόμο, και στην Αθήνα οι νόμοι δεν τιμωρούσαν την αθεΐα ή τον αγνωστικισμό. Ισα ίσα, είπε ο Σιμόν με γαλλική κομψότητα, ο Σωκράτης ανέδειξε πρώτος την ψυχή, οι προσωκρατικοί ενδιαφέρονταν για την ύλη και τη φύση.
Οσο για τη διαφθορά των νέων; «Μα εμείς οι Αθηναίοι δεν είμαστε σκλάβοι όπως οι Πέρσες, δεν έχουμε ποινικοποιήσει απόψεις που δεν είναι αρεστές», συνέχισε ο συνήγορος επικαλούμενος και τον Καρλ Πόπερ. «Στον πελάτη μου αρέσει να χλευάζει», είπε κλείνοντας, «αποφύγετε όμως την παγίδα του και θα αποδείξετε ότι η δημοκρατία μας έχει θεμέλια. Και αν η ιστορία πει για την Αθήνα ότι ήταν κοιτίδα ελευθερίας, δημοκρατίας και τεχνών, από εσάς εξαρτάται να μην πει ότι δολοφόνησε τον μεγαλύτερό της φιλόσοφο».
Ο βρετανός συνάδελφός του, ο δικηγόρος Μάικλ Μπέλοφ, διάβασε τον λόγο του όρθιος, από αναλόγιο. Οι σημειώσεις του έγραφαν ότι δύσκολα μετριέται ο σεβασμός στους θεούς και η διαφθορά των νέων, ενώ η δικαιοσύνη απαιτεί τεκμήρια. Οτι οι κατηγορίες παραβιάζουν τον νόμο περί αμνηστίας που ίσχυε τότε. Ο Μέλιτος (ένας εκ των τριών κατηγόρων του Σωκράτη το 399 π.Χ.) μιλά για αθεΐα και εισαγωγή νέων θεοτήτων, πράγμα αντιφατικό. Χώρια που η εισαγωγή νέων θεοτήτων όπως ο Διόνυσος, ο Πάνας και η Βένδιδα ήταν μέρος της αθηναϊκής παράδοσης.
Γιατί λοιπόν η κατηγορούσα Αρχή μάς τρομάζει ότι ο Σωκράτης θα φέρει θεούς μετανάστες που πρέπει να τους κρατήσουμε μακριά με τείχη; Ακόμα και οι πλέον αξιοθρήνητοι σοφιστές θα απέρριπταν τέτοιους συλλογισμούς, είπε ο Μπέλοφ. Και ο Ανυτος, ο έτερος κατήγορος (συμπλήρωσε με γνήσιο βρετανικό φλέγμα), που πρόσφατα είχε προσωπική σχέση με τον Αλκιβιάδη, μοιάζει να συμπεριφέρεται σαν ζηλόφθονος, παρατημένος εραστής.
«Μήπως δικάζετε την ελευθερία του λόγου;», ήταν η πρώτη ερώτηση της προέδρου προς τους κατηγόρους. «Είναι δίκαιη η δημοκρατική ψηφοφορία αν η απόφασή της είναι άδικη;», αναρωτήθηκε ο πρώην πρόεδρος του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου. «Είναι υπεύθυνος ο δάσκαλος για πράξεις μαθητών;», ένας επίτιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Παρισιού.
Στη συνέχεια, οι δικαστές αναρωτήθηκαν μήπως ο φιλόσοφος είναι αποδιοπομπαίος τράγος, παρατήρησαν ότι δεν έχουμε μάρτυρα κάποιο νέο ή τον γονιό του, ότι ο Σωκράτης έδειξε γενναιότητα στον πόλεμο και έθεσαν και άλλες ερωτήσεις, που οι δικηγόροι απαντούσαν είτε ακουμπώντας τα χέρια στην έδρα, είτε στεκόμενοι όρθιοι για έμφαση, είτε με σκληρούς δικανικούς όρους που έκαναν το κοινό να ανασκουμπώνεται και τη δίκη να μοιάζει άλλοτε με δίκη και άλλοτε με φιλοσοφική συζήτηση.
Μέχρι που οι δευτερολογίες συνηγόρων και κατηγόρων («δεν κατηγορείται για αθεΐα γενικά αλλά για τους θεούς της πόλης», «άλλο το δαιμόνιο, άλλο η ψυχή», «ανιστόρητη η άγνοια του σχετικού νόμου», «ο φοιτητής χειρίζεται όπως θέλει τη διδασκαλία», «προβλέπω ότι η ιστορία θα με δικαιώσει») έφτασαν στο τέλος τους.
Το δικαστήριο αποσύρθηκε για να διαβουλευτεί και το κοινό για να συζητήσει την υπόθεση έχοντας ακούσει επιχειρήματα από 25 ολόκληρους αιώνες, για να σχολιάσει ότι «και σήμερα στα 15 σου έρχεται κάποιος που θα σε κάνει είτε φασίστα είτε κομμουνιστή», για να ρίξει τα ειδικά «ψηφοδέλτια» στις χάρτινες κάλπες του φουαγέ της Στέγης, για να αναρωτηθεί τι θα κάνει σε μια άλλη, κρισιμότερη ψηφοφορία, αρκετές μέρες αργότερα.
Advertisements