Archive for Ιουνίου, 2013


ΧΑΛΔΑΪΚΑ ΛΟΓΙΑ

1.    Ψάξε να βρεις το μυστικό μονοπάτι της ψυχής. Αναζήτησε το μονοπάτι της ψυχής, βρες δηλαδή τον δρόμο από όπου η ψυχή σου ξεκίνησε για να βρει το σώμα. Αναζήτησε την τάξη της ζωής και ακολουθώντας αυτό το μονοπάτι θα ενώσεις τον ιερό λόγο με τα έργα

2.    Μην στρέψεις προς τα κάτω το βλέμμα σου, γκρεμός χάσκει που την ψυχή σέρνει στην επτάπορη βαθμίδα. Γκρεμός νοείται η φθορά.  Να μην προσκολλάται στο θνητό σώμα που υποκύπτει στην ειμαρμένη την οποία ορίζουν οι 7 πλανήτες. Αν στραφείς προς το φθαρτό σώμα και την ύλη θα δυστυχήσεις αφού θα πέσεις στον γκρεμό της ύλης.

3.    Στο αγγείο σου θα κατοικήσουν τα θηρία της γης. Στο υλικό σώμα θα συγκατοικήσουν και τα κατώτερα  στοιχεία που έχουν σχέση με την προσωπικότητα και ό,τι αρνητικό την ακολουθεί

4.    Μην προσθέτεις στην ειμαρμένη. Μην λειτουργείς έτσι ώστε να συσσωρεύεις αρνητικό κάρμα γιατί έτσι επιβαρύνεσαι περισσότερο και καθυστερείς στο δρόμο

5.    Από την πατρική αρχή δεν προέρχεται τίποτα ατελές. Ο άνθρωπος μπορεί μόνο να προσεγγίσει την τελειότητα και να την διαισθανθεί όχι όμως και να την δημιουργήσει. Γιατί αυτό είναι αποκλειστικά και μόνο δικαίωμα των Θεών.

6.    Πρέπει να σπεύσεις προς το φως και προς τη λάμψη του πατρός εκεί από όπου σου στάλθηκε η ψυχή ενδεδυμένη με νου πολύπλοκο. Είναι η ατραπός, ο δρόμος της λύτρωσης, ο δρόμος προς το φως εκεί όπου πρέπει ο μαθητής να οδεύσει μη δίνοντας σημασία στις φωνές των ελεφάντων και τα αργυρόηχα βουίσματα των πυγολαμπίδων. Είναι το φως στη σπηλιά του Πλάτωνα.

7.    Στα λαγούμια της γης κατοικεί η πηγή της αρετής. Μένει εκεί κρυμμένη χωρίς να χάνει την παρθενία της. Στις βαθιές κρυψώνες της γης υπάρχει η πηγή της αρετής δηλαδή η δύναμη της. Εκεί  η αρετή είναι ακέραια και αμετάβλητη κι εκεί μπορούνε να τη βρούνε μόνο οι άνθρωποι που έχουν τη διάθεση και τη θέληση αλλά και την εξυπνάδα

8.    Η ψυχή των ανθρώπων σφίγγει τον Θεό και τον φέρνει μέσα της. Δεν έχει τίποτα θνητό και είναι ολόκληρη συνεπαρμένη από το θείο. Η αληθινή φύση του ανθρώπου αγγίζει το Θεό για να ενωθεί και να εξομοιωθεί  με αυτόν κυρίως ως προς τη δύναμή του. Τίποτε θνητό δεν υπάρχει σε αυτή. Η θειική δύναμη ενυπάρχει σε αυτή την ανθρώπινη φύση και λειτουργεί ως μαγνήτης που την έλκει κοντά του.

9.    Μην μολύνεις το πνεύμα σου, μην βαθύνεις το επίπεδο. Η ψυχή περιβάλλεται από δυο χιτώνες τον πνευματικό που είναι υφασμένος από τον αισθητό κόσμο , είναι ωοειδής λεπτός και ευέλικτος και ο άλλος είναι ο «επίπεδος». Έτσι δεν πρέπει να λερώσουμε το χιτώνα της ψυχής με βρώμικα πάθη αλλά να διατηρούμε και τους δυο χιτώνες, καθαρό τον πρώτο και τον δεύτερο άβαφο.

10.  Μην ρίχνεις το σκύβαλο της ύλης στον γκρεμό. Σκύβαλο είναι το θνητό σώμα το οποίο δεν πρέπει να παραμελούμε αλλά να το έχουμε αν μπορούμε υγιές, δυνατό και αγνό έτσι  ώστε να είναι σύμμαχος στην πορεία μας και να μην ενεργεί αρνητικά στην εξέλιξη της ψυχής

11.  Μην απομακρύνεις την ψυχή έξω από το Σώμα μην τα βάζεις σε κίνδυνο. Αν απομακρυνθεί η ψυχή από το σώμα κινδυνεύει να χάσει κι άλλα στοιχεία. Να μην προτρέχουμε του φυσικού μας θανάτου. Επειδή η ψυχή μας δεν έχει εξαγνιστεί τελείως βρίσκεται ακόμη κοντά στο σώμα. Κατά τον Πλάτωνα το σώμα είναι η φυλακή της ψυχής και πρέπει να μείνουμε σε αυτήν όσο χρειαστεί.

12.  Άπλωσε τον πορφυρό σου Νου σε έργο ευσέβειας. Μπορεί έτσι να σώσεις και το ρευστό σου σώμα. Αφιέρωσε τον θεϊκό νου σου σε έργα ευσεβή και εξαγνίσου μέσα από τα αγαθά σου έργα κι έτσι και το σώμα του θα γίνει καθαρότερο και αγιότερο.

13.  Οι τιμωρίες αγκυλώνουν τις ψυχές των ανθρώπων. Οι ποινές ή οι τιμωροί δαίμονες πιέζουν τους ανθρώπους προσπαθώντας να τους απομακρύνουν από την κακία και να τους οδηγήσουν στην αρετή. Οι τιμωρίες είναι ουσιαστικά οι δοκιμασίες οι οποίες έρχονται όχι μόνο στις ψυχές που είναι γεμάτες πάθη αλλά και στις αγνές και καθαρές

14.  Να πιστεύετε ότι το βάθος της ψυχής είναι αθάνατο. Να κοιτάτε πάντοτε προς τα πάνω. Κοίτα το θείο βάθος της ψυχής αλλά όλες σου οι δυνάμεις και οι πράξεις να κατευθύνονται προς τα πάνω. Όλες οι πράξεις για να μπορούν να κατευθύνονται προς τα πάνω πρέπει να είναι ορθές.

15.  Όταν ο άνθρωπος πλησιάσει το πυρ, θα αποκτήσει το φως από το Θεό. Η μυσταγωγία ανάβει τον πυρσό μέσα στις ψυχές. Οι ηλιακές δυνάμεις του ανώτερου πυρός επιμελούνται των Μυστηρίων και της Μυσταγωγίας και είναι αυτές που θα οδηγήσουν την ψυχή στην πλήρη αθανασία αφού θα διακόψουν το σύνδεσμό τους με το σώμα και θα οδηγήσουν αυτή σε ανώτερους κόσμους.  Οι Τελετές δε του πυρός εξαλείφουν όλους τους ρύπους εκτός γεννήσεως ακόμη και καθιστούν την ψυχή ελαφρά δια θερμής πνοής.

16.  Τα λόγια  επέδειξαν άφθεγκτα και απέκτησαν να τηρηθεί μυστικότητα και σιγά από τους Μύστες. Ο Μύστης καλείται να τηρήσει σιγή σε όλα τα αρχαία Μυστήρια. «Βους επί γλωτί» των Πυθαγορίων

17.  Στείλε μου τον αληθινό Ασκληπιό και απομάκρυνε κάθε δαίμονα που αποπλανά. Κατά την ιερουργία πρέπει να καλούμε τους Θεούς που εφορεύουν τον δικό μας ανεξέλεγκτο κόσμο κυρίως τον Ασκληπιό και την Εκάτη. Ενώ είναι δυνατόν κατά την ιερουργία να δημιουργηθούν ψευδής εντυπώσεις ή παρουσία αιθερικών ρακών ή επιψυχιδίου, οπότε βλέπουμε «πλανοδαίμονες». Γι αυτό λοιπόν επιτάσσεται αιθερική καθαρότητα «αγνότητα»

18.  Ονόματα βάρβαρα μην τα μεταγλωττίζεις «μεταφράζεις». Όταν αλλάζεις τα μυστηριακά λόγια τότε αυτά χάνουν τη δύναμή τους γιατί χάνουν τη δύναμη  του ήχου και της δόνησης που απορρέει κατά την απαγγελία τους. Ο ήχος έχει δύναμη όταν βρεις τον αρχετυπικό ήχο του αντικειμένου.

19.  Οι ψυχές που εβλήθησαν υπό του Άρεως (πέθαναν υπερασπιζόμενοι κάποια ιδέα) είναι ανώτερες αυτών που πέθαναν από ασθένεια. Ο ηρωικός θάνατος οδηγεί γρηγορότερα στην αθανατοποίηση της ψυχής και αποτελεί κορυφαία εξελικτική και πνευματική πράξη.

20.  Η ψυχή κατά την κάθοδό της συλλέγει και λαμβάνει ένα μέρος αιθέρος και ηλίου και σελήνης και όσα εμπεριέχονται εις τον αέρα. Εδώ μιλάει για την κάθοδο της ψυχής, την είσοδο στο σώμα προς μια νέα ενσάρκωση τη διαδικασία  επανασωμάτωσης που λέγεται κάθοδος και γίνεται η συλλογή χιτώνων και συλλογή ενέργειας. Αυτό γίνεται διότι κατά την εκσάρκωση έχουν αποβληθεί όλοι οι χιτώνες εκτός του εμπορίου .

21.  Επτά φύσηξε ο πατέρας τα στερεώματα των κόσμων. Ισχυρίζονται ότι υπάρχουν επτά σημαντικοί κόσμοι. Ο πρώτος ο εμπύριος κατόπιν τρεις αιθέριοι και τέλος τρεις υλικοί. Όλοι αυτοί δημιουργήθηκαν από την αρχική μονάδα «πατήρ»

Ο πατέρας δεν εμπνέει φόβο αλλά εμπνέει την υπακοή. Η φυσική θέση του ανθρώπου σε σχέση με το Θεό αποκλείει την τυραννική διάθεση του Θεού απέναντι στον άνθρωπο. Έτσι ο Θεός δεν είναι εκδικητικός ή τιμωρός αλλά σύμβουλος και παιδαγωγός προσπαθώντας να οδηγήσει με την πειθώ.

Advertisements

 

 

 

[384D] 1. Στιχιδίοις τισὶν οὐ φαύλως ἔχουσιν, ὦ φίλε Σαραπίων, ἐνέτυχον πρῴην, ἃ Δικαίαρχος Εὐριπίδην οἴεται πρὸς Ἀρχέλαον εἰπεῖν·

“οὐ βούλομαι πλουτοῦντι δωρεῖσθαι πένης,
μή μ’ ἄφρονα κρίνῃς ἢ διδοὺς αἰτεῖν δοκῶ.”

χαρίζεται μὲν γὰρ οὐδὲν ὁ διδοὺς ἀπ’ ὀλίγων μικρὰ τοῖς πολλὰ κεκτημένοις, ἀπιστούμενος δ’ ἀντὶ μηδενὸς διδόναι [384E] κακοηθείας καὶ ἀνελευθερίας προσλαμβάνει δόξαν. ὅρα δ’ ὅσον ἐλευθεριότητι καὶ κάλλει τὰ χρηματικὰ δῶρα λείπεται τῶν ἀπὸ λόγου καὶ σοφίας, <ἃ> καὶ διδόναι καλόν ἐστι καὶ διδόντας ἀνταιτεῖν ὅμοια παρὰ τῶν λαμβανόντων. ἐγὼ γοῦν πρὸς σὲ καὶ διὰ σοῦ τοῖς αὐτόθι φίλοις τῶν Πυθικῶν λόγων ἐνίους ὥσπερ ἀπαρχὰς ἀποστέλλων ὁμολογῶ προσδοκᾶν ἑτέρους καὶ πλείονας καὶ βελτίονας παρ’ ὑμῶν, ἅτε δὴ καὶ πόλει χρωμένων μεγάλῃ καὶ σχολῆς μᾶλλον ἐν βιβλίοις πολλοῖς καὶ παντοδαπαῖς διατριβαῖς εὐπορούντων. ὁ δ’ οὖν φίλος Ἀπόλλων ἔοικε τὰς μὲν περὶ τὸν βίον ἀπορίας ἰᾶσθαι καὶ διαλύειν θεμιστεύων τοῖς χρωμένοις, τὰς δὲ περὶ τὸν λόγον αὐτὸς ἐνιέναι καὶ προβάλλειν τῷ φύσει φιλοσόφῳ τῆς ψυχῆς ὄρεξιν ἐμποιῶν ἀγωγὸν ἐπὶ τὴν ἀλήθειαν, ὡς ἄλλοις τε πολλοῖς δῆλόν ἐστι καὶ τῇ [περὶ] τοῦ εἶ καθιερώσει. τοῦτο γὰρ εἰκὸς οὐ κατὰ τύχην οὐδ’ οἷον ἀπὸ κλήρου τῶν γραμμάτων μόνον ἐν προεδρίᾳ παρὰ τῷ θεῷ [385A] γενέσθαι καὶ λαβεῖν ἀναθήματος τάξιν ἱεροῦ καὶ θεάματος, ἀλλ’ ἢ δύναμιν αὐτοῦ κατιδόντας ἰδίαν καὶ περιττὴν ἢ συμβόλῳ χρωμένους πρὸς ἕτερόν τι τῶν ἀξίων σπουδῆς τοὺς ἐν ἀρχῇ περὶ τὸν θεὸν φιλοσοφήσαντας οὕτω προσέσθαι. πολλάκις οὖν ἄλλοτε τὸν λόγον ἐν τῇ σχολῇ προβαλλόμενον ἐκκλίνας ἀτρέμα καὶ παρελθὼν ἔναγχος ὑπὸ τῶν υἱῶν ἐλήφθην ξένοις τισὶ συμφιλοτιμουμένων, οὓς εὐθὺς ἐκ Δελφῶν ἀπαίρειν μέλλοντας οὐκ ἦν εὐπρεπὲς παράγειν οὐδὲ παραιτεῖσθαι πάντως ἀκοῦσαί τι προθυμουμένους. ὡς δὲ καθίσας παρὰ τὸν νεὼν τὰ μὲν αὐτὸς ἠρξάμην ζητεῖν τὰ δ’ ἐκείνους ἐρωτᾶν, ὑπὸ τοῦ τόπου καὶ τῶν λόγων αὐτῶν <ἀνεμνήσθην> ἃ πάλαι ποτὲ καθ’ ὃν καιρὸν ἐπεδήμει Νέρων ἠκούσαμεν Ἀμμωνίου καί τινων ἄλλων διεξιόντων ἐνταῦθα τῆς αὐτῆς ἀπορίας ὁμοίως ἐμπεσούσης.

2. Ὅτι μὲν γὰρ οὐχ ἧττον ὁ θεὸς φιλόσοφος ἢ μάντις, ἐδόκει πᾶσιν ὀρθῶς πρὸς τοῦτο τῶν ὀνομάτων ἕκαστον Ἀμμώνιος τίθεσθαι καὶ διδάσκειν, ὡς Πύθιος μέν ἐστι τοῖς ἀρχομένοις μανθάνειν καὶ διαπυνθάνεσθαι, Δήλιος δὲ καὶ Φαναῖος οἷς ἤδη τι δηλοῦται καὶ ὑποφαίνεται τῆς ἀληθείας, Ἰσμήνιος δὲ τοῖς ἔχουσι τὴν ἐπιστήμην, καὶ Λεσχηνόριος ὅταν ἐνεργῶσι καὶ ἀπολαύωσι χρώμενοι τῷ διαλέγεσθαι καὶ φιλοσοφεῖν πρὸς ἀλλήλους. “ἐπεὶ δὲ τοῦ φιλοσοφεῖν” ἔφη “τὸ ζητεῖν <ἀρχή, τοῦ δὲ ζητεῖν> τὸ θαυμάζειν καὶ ἀπορεῖν, εἰκότως τὰ πολλὰ τῶν περὶ τὸν θεὸν ἔοικεν αἰνίγμασι κατακεκρύφθαι [καὶ] λόγον τινὰ ποθοῦντα διὰ τί καὶ διδασκαλίαν τῆς αἰτίας· οἷον ἐπὶ τοῦ πυρὸς τοῦ ἀθανάτου τὸ καίεσθαι μόνον αὐτόθι τῶν ξύλων ἐλάτην καὶ δάφνην ἐπιθυμιᾶσθαι, καὶ τὸ δύο Μοίρας ἱδρῦσθαι πανταχοῦ τριῶν νομιζομένων, καὶ τὸ μηδεμιᾷ γυναικὶ πρὸς τὸ χρηστήριον εἶναι προσελθεῖν, καὶ τὸ τοῦ τρίποδος, καὶ ὅσα τοιαῦτα, τοῖς μὴ παντάπασιν ἀλόγοις καὶ ἀψύχοις ὑφειμένα δελεάζει καὶ παρακαλεῖ πρὸς τὸ σκοπεῖν τι καὶ ἀκούειν καὶ διαλέγεσθαι περὶ αὐτῶν. ὅρα δὲ καὶ ταυτὶ τὰ προγράμματα, τὸ ‘γνῶθι σαυτόν’ καὶ τό ‘μηδὲν ἄγαν’, ὅσας ζητήσεις κεκίνηκε φιλοσόφοις καὶ ὅσον λόγων πλῆθος ἀφ’ ἑκάστου καθάπερ ἀπὸ σπέρματος ἀναπέφυκεν· ὧν οὐδενὸς ἧττον οἶμαι γόνιμον λόγων εἶναι τὸ νῦν ζητούμενον.”

3. Εἰπόντος δὲ ταῦτα τοῦ Ἀμμωνίου Λαμπρίας ὁ ἀδελφὸς εἶπε “καὶ μὴν ὃν ἡμεῖς ἀκηκόαμεν λόγον ἁπλοῦς τίς ἐστι καὶ κομιδῇ βραχύς. λέγουσι γὰρ ἐκείνους τοὺς σοφοὺς ὑπ’ ἐνίων δὲ σοφιστὰς προσαγορευθέντας αὐτοὺς μὲν εἶναι πέντε, Χίλωνα καὶ Θαλῆν καὶ Σόλωνα καὶ Βίαντα καὶ Πιττακόν· ἐπεὶ δὲ Κλεόβουλος ὁ Λινδίων τύραννος, εἶτα Περίανδρος ὁ Κορίνθιος, οὐδὲν αὐτοῖς ἀρετῆς μετὸν οὐδὲ σοφίας, ἀλλὰ δυνάμει καὶ φίλοις καὶ χάρισι καταβιαζόμενοι τὴν δόξαν ἐνέβαλλον εἰς τοὔνομα τῶν σοφῶν καί τινας γνώμας καὶ λόγους ἐξέπεμπον καὶ διέσπειρον εἰς τὴν Ἑλλάδα τοῖς ὑπ’ ἐκείνων λεγομένοις ὁμοίους· δυσχεράναντας ἄρα τοὺς ἄνδρας ἐξελέγχειν μὲν οὐκ ἐθέλειν τὴν ἀλαζονείαν οὐδὲ φανερῶς ὑπὲρ δόξης ἀπεχθάνεσθαι καὶ διαμάχεσθαι πρὸς ἀνθρώπους μέγα δυναμένους, ἐνταῦθα δὲ συνελθόντας αὐτοὺς καθ’ αὑτοὺς καὶ διαλεχθέντας ἀλλήλοις ἀναθεῖναι τῶν γραμμάτων ὃ τῇ τε τάξει πέμπτον ἐστὶ καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τὰ πέντε δηλοῖ, μαρτυρομένους μὲν ὑπὲρ αὑτῶν πρὸς τὸν θεὸν ὅτι πέντ’ εἰσί, τὸν δ’ ἕβδομον καὶ τὸν ἕκτον ἀποποιουμένους καὶ ἀποβάλλοντας ὡς οὐ προσήκοντας αὑτοῖς. ὅτι δ’ οὐκ ἀπὸ σκοποῦ ταῦτα λέγεται, γνοίη τις ἂν ἀκούσας τῶν κατὰ τὸ ἱερὸν τὸ μὲν χρυσοῦν εἶ Λιβίας τῆς Καίσαρος [386A] γυναικὸς ὀνομαζόντων, τὸ δὲ χαλκοῦν Ἀθηναίων· τὸ δὲ πρῶτον καὶ παλαιότατον τῇ δ’ οὐσίᾳ ξύλινον ἔτι νῦν τῶν σοφῶν καλοῦσιν, ὡς οὐχ ἑνὸς ἀλλὰ κοινὸν ἀνάθημα πάντων γενόμενον.”

4. Ὁ μὲν οὖν Ἀμμώνιος ἡσυχῆ διεμειδίασεν, ὑπονοήσας ἰδίᾳ τὸν Λαμπρίαν δόξῃ κεχρῆσθαι, πλάττεσθαι δ’ ἱστορίαν καὶ ἀκοὴν ἑτέρων πρὸς τὸ ἀνυπεύθυνον· ἕτερος δέ τις ἔφη τῶν παρόντων, ὡς ὅμοια ταῦτ’ ἐστὶν οἷς πρῴην ὁ Χαλδαῖος ἐφλυάρει ξένος, ἑπτὰ μὲν εἶναι τὰ φωνὴν ἰδίαν ἀφιέντα τῶν γραμμάτων, ἑπτὰ δὲ τοὺς κίνησιν αὐτοτελῆ καὶ ἀσύνδετον ἐν οὐρανῷ κινουμένους ἀστέρας· εἶναι δὲ τῇ τάξει δεύτερον τό τ’ εἶ τῶν φωνηέντων ἀπ’ ἀρχῆς καὶ τὸν ἥλιον ἀπὸ σελήνης τῶν πλανήτων· ἡλίῳ δ’ Ἀπόλλωνα τὸν αὐτὸν ὡς ἔπος εἰπεῖν πάντας Ἕλληνας νομίζειν. “ἀλλὰ ταυτὶ μέν” ἔφη “παντάπασιν ἐκ πίνακος καὶ πυλαίας.”

Ὁ δὲ Λαμπρίας ἔλαθεν, ὡς ἔοικε, τοὺς ἀφ’ ἱεροῦ κινήσας ἐπὶ τὸν αὑτοῦ λόγον. ἃ μὲν γὰρ ἐκεῖνος εἶπεν, οὐδεὶς ἐγίγνωσκε Δελφῶν· τὴν δὲ κοινὴν καὶ περιηγητικὴν δόξαν εἰς τὸ μέσον προῆγον, οὔτε τὴν ὄψιν ἀξιοῦντες οὔτε τὸν φθόγγον ἀλλὰ τοὔνομα μόνον τοῦ γράμματος ἔχειν τι σύμβολον. 5. “ἔστι γάρ” ὡς ὑπολαμβάνουσι Δελφοὶ καὶ τότε προηγορῶν ἔλεγε Νίκανδρος ὁ ἱερεύς “σχῆμα καὶ μορφὴ τῆς πρὸς τὸν θεὸν ἐντεύξεως καὶ τάξιν ἡγεμονικὴν ἐν τοῖς ἐρωτήμασιν ἔχει τῶν χρωμένων ἑκάστοτε διαπυνθανομένων, εἰ νικήσουσιν, εἰ γαμήσουσιν, εἰ συμφέρει πλεῖν, εἰ γεωργεῖν, εἰ ἀποδημεῖν. τοῖς δὲ διαλεκτικοῖς χαίρειν ἔλεγε σοφὸς ὢν ὁ θεὸς οὐδὲν οἰομένοις ἐκ τοῦ ‘εἰ’ μορίου καὶ τοῦ μετ’ αὐτοῦ <ταχθέντος> ἀξιώματος πρᾶγμα γίγνεσθαι, πάσας τὰς ἐρωτήσεις ὑποτεταγμένας τούτῳ καὶ νοῶν ὡς πράγματα καὶ προσιέμενος. ἐπεὶ δ’ ἴδιον τὸ ἐρωτᾶν ὡς μάντιν ἐστὶν ἡμῖν καὶ τὸ εὔχεσθαι κοινὸν ὡς πρὸς θεὸν, οὐχ ἧττον οἴονται τῆς πευστικῆς τὴν εὐκτικὴν τὸ γράμμα περιέχειν δύναμιν· ‘εἰ γάρ’ [ὤφελον] φησὶν ἕκαστος τῶν εὐχομένων. καὶ Ἀρχίλοχος

‘εἰ γὰρ ὣς ἐμοὶ γένοιτο χεῖρα Νεοβούλης θιγεῖν.’

καὶ τοῦ ‘εἴθε’ τὴν δευτέραν συλλαβὴν παρέλκεσθαί φασιν, οἷον τὸ Σώφρονος

‘ἄλλα τέκνων θην δευμένα·’

καὶ τὸ Ὁμηρικόν (Ρ 29)

‘ὥς θην καὶ σὸν ἐγὼ λύσω μένος·’

ἐν δὲ τῷ ‘εἰ’ τὸ εὐκτικὸν [καὶ] ἀποχρώντως δηλοῦσθαι.”

6. Ταῦτα τοῦ Νικάνδρου διελθόντος, οἶσθα γὰρ δὴ Θέωνα τὸν ἑταῖρον, ἤρετο τὸν Ἀμμώνιον, εἰ διαλεκτικῇ παρρησίας μέτεστιν οὕτω περιυβρισμένῃ <καὶ κακῶς> ἀκηκουίᾳ· τοῦ δ’ Ἀμμωνίου λέγειν παρακελευομένου καὶ βοηθεῖν “ἀλλ’ ὅτι μέν” ἔφη “διαλεκτικώτατος ὁ θεός ἐστιν, οἱ πολλοὶ τῶν χρησμῶν δηλοῦσιν. τοῦ γὰρ αὐτοῦ δήπουθέν ἐστι καὶ λύειν καὶ ποιεῖν ἀμφιβολίας. ἔτι δ’, ὥσπερ Πλάτων ἔλεγε χρησμοῦ δοθέντος ὅπως τὸν ἐν Δήλῳ βωμὸν διπλασιάσωσιν, ὃ τῆς ἄκρας ἕξεως περὶ γεωμετρίαν ἔργον ἐστίν, οὐ τοῦτο προστάττειν τὸν θεὸν ἀλλὰ γεωμετρεῖν διακελεύεσθαι τοῖς Ἕλλησιν, οὕτως ἄρα χρησμοὺς ἀμφιβόλους ἐκφέρων ὁ θεὸς αὔξει καὶ συνίστησι διαλεκτικὴν ὡς ἀναγκαίαν τοῖς μέλλουσιν ὀρθῶς αὐτοῦ συνήσειν. ἐν δὲ διαλεκτικῇ δήπου μεγίστην ἔχει δύναμιν ὁ συναπτικὸς οὑτοσὶ σύνδεσμος, ἅτε δὴ τὸ λογικώτατον σχηματίζων ἀξίωμα· πῶς γὰρ οὐ τοιοῦτο τὸ συνημμένον, εἴ γε τῆς μὲν ὑπάρξεως τῶν πραγμάτων ἔχει καὶ τὰ θηρία γνῶσιν, ἀκολούθου δὲ θεωρίαν καὶ κρίσιν ἀνθρώπῳ μόνῳ παραδέδωκεν ἡ φύσις; ὅτι μὲν γάρ ‘ἡμέρα’ καὶ ‘φῶς’ ἔστιν, αἰσθάνονται δήπου καὶ λύκοι καὶ κύνες καὶ ὄρνιθες· [387A] ὅτι δ’ ‘εἰ ἡμέρα, φῶς ἔστιν’, οὐδὲν ἄλλο συνίησι πλὴν ἄνθρωπος, ἡγουμένου καὶ λήγοντος ἐμφάσεώς τε καὶ συναρτήσεως τούτων πρὸς ἄλληλα καὶ σχέσεως καὶ διαφορᾶς μόνος ἔχων ἔννοιαν, ἐξ ὧν αἱ ἀποδείξεις τὴν κυριωτάτην ἀρχὴν λαμβάνουσιν. ἐπεὶ τοίνυν φιλοσοφία μὲν περὶ ἀλήθειάν ἐστιν ἀληθείας δὲ φῶς ἀπόδειξις ἀποδείξεως δ’ ἀρχὴ τὸ συνημμένον, εἰκότως ἡ τοῦτο συνέχουσα καὶ ποιοῦσα δύναμις ὑπὸ σοφῶν ἀνδρῶν τῷ μάλιστα τὴν ἀλήθειαν ἠγαπηκότι θεῷ καθιερώθη. καὶ μάντις μὲν ὁ θεὸς μαντικὴ δὲ τέχνη περὶ τὸ μέλλον ἐκ τῶν παρόντων ἢ παρῳχημένων· οὐδενὸς γὰρ οὔτ’ ἀναίτιος ἡ γένεσις οὔτ’ ἄλογος ἡ πρόγνωσις· ἀλλ’ ἐπεὶ πάντα τοῖς <τε> γεγονόσι τὰ γιγνόμενα τά τε γενησόμενα τοῖς γιγνομένοις ἕπεται καὶ συνήρτηται κατὰ διέξοδον ἀπ’ ἀρχῆς εἰς τέλος περαίνουσαν, ὁ τὰς αἰτίας εἰς ταὐτὸ συνδεῖν τε πρὸς ἄλληλα καὶ συμπλέκειν φυσικῶς ἐπιστάμενος οἶδε καὶ προλέγει

‘τά τ’ ἐόντα τά τ’ ἐσσόμενα πρό τ’ ἐόντα.’

καὶ καλῶς Ὅμηρος (Α 70) πρῶτον ἔταξε τὰ παρόντα εἶτα τὸ μέλλον καὶ τὸ παρῳχημένον. ἀπὸ γὰρ τοῦ ὄντος ὁ συλλογισμὸς κατὰ τὴν τοῦ συνημμένου δύναμιν, ὡς ‘εἰ τόδ’ ἐστί, τόδε προηγεῖται’ καὶ πάλιν ‘εἰ τόδ’ ἐστί, τόδε γενήσεται.’ τὸ γὰρ τεχνικὸν καὶ λογικὸν ὥσπερ εἴρηται γνῶσις ἀκολουθίας, τὴν δὲ πρόσληψιν ἡ αἴσθησις τῷ λόγῳ δίδωσιν. ὅθεν, εἰ καὶ γλίσχρον εἰπεῖν, οὐκ ἀποστρέψομαι τοῦτον εἶναι τὸν τῆς ἀληθείας τρίποδα τὸν λόγον, ὃς τὴν τοῦ λήγοντος πρὸς τὸ ἡγούμενον ἀκολουθίαν θέμενος εἶτα προσλαβὼν τὴν ὕπαρξιν ἐπάγει τὸ συμπέρασμα τῆς ἀποδείξεως. τὸν οὖν Πύθιον, εἰ δὴ μουσικῇ τε<ρπόμενος> ἥδεται καὶ κύκνων φωναῖς καὶ κιθάρας ψόφοις, τί θαυμαστόν ἐστι διαλεκτικῆς φιλίᾳ τοῦτ’ ἀσπάζεσθαι τοῦ λόγου τὸ μέρος καὶ ἀγαπᾶν, ὧ μάλιστα καὶ πλείστῳ προσχρωμένους ὁρᾷ τοὺς φιλοσόφους; ὁ δ’ Ἡρακλῆς οὔπω τὸν Προμηθέα λελυκὼς οὐδὲ τοῖς περὶ τὸν Χείρωνα καὶ Ἄτλαντα σοφισταῖς διειλεγμένος ἀλλὰ νέος ὢν καὶ κομιδῇ Βοιώτιος ἀναιρῶν τὴν διαλεκτικὴν καὶ καταγελῶν τοῦ ‘εἰ τὸ πρῶτον, τὸ δεύτερον’ ὑποσπᾶν ἔδοξε βίᾳ τὸν τρίποδα καὶ διαμάχεσθαι πρὸς τὸν θεὸν ὑπὲρ τῆς τέχνης· ἐπεὶ προϊών γε τῷ χρόνῳ καὶ οὗτος ἔοικε μαντικώτατος ὁμοῦ γενέσθαι καὶ διαλεκτικώτατος.”

7. Παυσαμένου δὲ τοῦ Θέωνος Εὔστροφον Ἀθηναῖον οἶμαι τὸν εἰπόντα εἶναι πρὸς ἡμᾶς “ὁρᾷς, ὡς ἀμύνει τῇ [387E] διαλεκτικῇ Θέων προθύμως, μονονοὺ τὴν λεοντῆν ἐπενδυσάμενος; οὕτως οὐδ’ ἡμᾶς τοὺς πάντα συλλήβδην πράγματα καὶ φύσεις καὶ ἀρχὰς θείων ὁμοῦ καὶ ἀνθρωπείων ἐν ἀριθμῷ τιθεμένους καὶ πολὺ μάλιστα τῶν καλῶν καὶ τιμίων τοῦτον ἡγεμόνα ποιουμένους καὶ κύριον εἰκὸς ἡσυχίαν ἄγειν, ἀλλ’ ἀπάρξασθαι τῷ θεῷ τῆς φίλης μαθηματικῆς, αὐτὸ μὲν ἐφ’ ἑαυτοῦ μήτε δυνάμει μήτε μορφῇ μήτε τῷ ῥήματι τὸ Ε τῶν ἄλλων στοιχείων διαφέρειν ἡγουμένους, ὡς δὲ μεγάλου πρὸς τὰ ὅλα καὶ κυρίου σημεῖον ἀριθμοῦ προτετιμῆσθαι τῆς πεμπάδος, ἀφ’ οὗ τὸ ἀριθμεῖν οἱ σοφοὶ πεμπάζειν ὠνόμαζον.” ταῦτα δὲ πρὸς ἡμᾶς ἔλεγεν οὐ παίζων ὁ Εὔστροφος, ἀλλ’ ἐπεὶ τηνικαῦτα προσεκείμην τοῖς μαθήμασιν ἐμπαθῶς, τάχα δὴ μέλλων εἰς πάντα τιμήσειν τό “μηδὲν ἄγαν” ἐν Ἀκαδημείᾳ γενόμενος.

8. Εἶπον οὖν κάλλιστα τὸν Εὔστροφον τῷ ἀριθμῷ λύειν τὴν ἀπορίαν. “ἐπεὶ γάρ” ἔφην “εἰς τὸ ἄρτιον νενεμημένου [388A] παντὸς ἀριθμοῦ καὶ τὸ περιττὸν ἡ μὲν μονὰς ἀμφοτέρων ἐπίκοινός ἐστι τῇ δυνάμει (διὸ καὶ προστιθεμένη τὸν μὲν περιττὸν ἀριθμὸν ἄρτιον ποιεῖ τὸν δ’ ἄρτιον περιττόν), ἀρχὴν δὲ τοῦ μὲν ἀρτίου τὰ δύο τοῦ δὲ περιττοῦ τὰ τρία ποιοῦνται, τὰ δὲ πέντε γεννᾶται τούτων πρὸς ἀλλήλους μιγνυμένων, εἰκότως ἔσχηκε τιμὴν <ὁ> πρῶτος ἐκ πρώτων ἀποτελούμενος καὶ γάμος ἐπωνόμασται τῇ τοῦ ἀρτίου πρὸς τὸ θῆλυ περιττοῦ δ’ αὖ πρὸς τὸ ἄρρεν ὁμοιότητι· ταῖς γὰρ εἰς ἴσα τομαῖς τῶν ἀριθμῶν ὁ μὲν ἄρτιος πάντῃ διιστάμενος ὑπολείπει τινὰ δεκτικὴν ἀρχὴν οἷον ἐν ἑαυτῷ καὶ χώραν, ἐν δὲ τῷ περιττῷ τὸ αὐτὸ παθόντι μέσον ἀεὶ περίεστι τῆς νεμήσεως μόριον· [388B] ἧ καὶ γονιμώτερός ἐστι τοῦ ἑτέρου καὶ μιγνύμενος ἀεὶ κρατεῖ κρατεῖται δ’ οὐδέποτε· γίγνεται γὰρ ἐξ ἀμφοῖν κατ’ οὐδεμίαν μῖξιν ἄρτιος ἀλλὰ κατὰ πάσας περιττός. ἔτι δὲ μᾶλλον αὐτὸς ἐπιβάλλων αὑτῷ καὶ συντιθέμενος δείκνυσι τὴν διαφορὰν ἑκάτερος· ἄρτιος μὲν γὰρ οὐδεὶς ἀρτίῳ συνελθὼν περισσὸν παρέσχεν οὐδ’ ἐξέβη τὸ οἰκεῖον ὑπ’ ἀσθενείας ἄγονος ὢν ἑτέρου καὶ ἀτελής· περισσοὶ δὲ μιγνύμενοι περισσοῖς ἀρτίους πολλοὺς διὰ τὸ πάντῃ γόνιμον ἀποτελοῦσι. τὰς δ’ ἄλλας οὐκ ἄν [388C] τις ἐν καιρῷ νῦν ἐπεξίοι δυνάμεις καὶ διαφορὰς τῶν ἀριθμῶν. ὡς οὖν ἄρρενός τε τοῦ πρώτου καὶ θήλεος ὁμιλίᾳ τὰ πέντε γιγνόμενα γάμον οἱ Πυθαγόρειοι προσεῖπον. ἔστι δ’ ἧ καὶ φύσις λέλεκται τῷ περὶ αὑτὸν πολλαπλασιασμῷ πάλιν εἰς ἑαυτὸν περαίνων. ὡς γὰρ ἡ φύσις λαβοῦσα πυρὸν ἐν σπέρματι καὶ χθαμένη πολλὰ μὲν ἐν μέσῳ φύει σχήματα καὶ εἴδη, δι’ ὧν ἐπὶ τέλος ἐξάγει τὸ ἔργον, ἐπὶ πᾶσι δὲ πυρὸν ἀνέδειξεν ἀποδοῦσα τὴν ἀρχὴν ἐν τῷ τέλει τοῦ παντός, οὕτω τῶν λοιπῶν ἀριθμῶν, ὅταν αὑτοὺς πολλαπλασιάσωσιν, εἰς ἑτέρους [388D] τελευτώντων τῇ αὐξήσει μόνος ὁ τῶν πέντε καὶ ἓξ γενόμενος τοσαυτάκις αὑτοὺς ἀναφέρουσι καὶ ἀνασῴζουσιν. ἑξάκις γὰρ τὰ ἓξ τριακονταέξ, καὶ πεντάκις τὰ πέντε εἰκοσιπέντε γίγνεται. καὶ πάλιν ὁ μὲν τῶν ἓξ ἅπαξ τοῦτο ποιεῖ καὶ μοναχῶς αὐτὸς ἐφ’ ἑαυτοῦ τετράγωνος γιγνόμενος· τῇ δὲ πεμπάδι καὶ τοῦτο μὲν συμβέβηκε κατὰ πολλαπλασιασμόν, ἰδίως δὲ τὸ κατὰ σύνθεσιν ἢ ἑαυτὴν ἢ <τὴν> δεκάδα ποιεῖν παρὰ μέρος ἐπιβάλλουσαν αὑτῇ, καὶ τοῦτο γίγνεσθαι μέχρι παντός, ἀπομιμουμένου τοῦ ἀριθμοῦ τὴν τὰ ὅλα διακοσμοῦσαν ἀρχήν. ὡς γὰρ ἐκείνην ὑπαλλάττουσαν ἐκ μὲν ἑαυτῆς τὸν κόσμον [388E] ἐκ δὲ τοῦ κόσμου πάλιν ἑαυτὴν ἀποτελεῖν ‘πυρός τε ἀνταμοιβὴν τὰ πάντα’ φησὶν ὁ Ἡράκλειτος ‘καὶ πῦρ ἁπάντων, ὅκωσπερ χρυσοῦ χρήματα καὶ χρημάτων χρυσός,’ οὕτως ἡ τῆς πεμπάδος πρὸς ἑαυτὴν σύνοδος οὐδὲν οὔτ’ ἀτελὲς οὔτ’ ἀλλότριον γεννᾶν πέφυκεν, ἀλλ’ ὡρισμένας ἔχει μεταβολάς· ἢ γὰρ αὑτὴν ἢ τὴν δεκάδα γεννᾷ, τουτέστιν ἢ τὸ οἰκεῖον ἢ τὸ τέλειον. 9. ἐὰν οὖν ἔρηταί τις, τί ταῦτα πρὸς τὸν Ἀπόλλωνα, φήσομεν οὐχὶ μόνον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν Διόνυσον, ὧ τῶν Δελφῶν οὐδὲν ἧττον ἢ τῷ Ἀπόλλωνι μέτεστιν. ἀκούομεν οὖν τῶν θεολόγων τὰ μὲν ἐν [388F] ποιήμασι τὰ δ’ ἄνευ μέτρου λεγόντων καὶ ὑμνούντων, ὡς ἄφθαρτος ὁ θεὸς καὶ ἀίδιος πεφυκώς, ὑπὸ δή τινος εἱμαρμένης γνώμης καὶ λόγου μεταβολαῖς ἑαυτοῦ χρώμενος ἄλλοτε μὲν εἰς πῦρ ἀνῆψε τὴν φύσιν πάντα ὁμοιώσας πᾶσιν, ἄλλοτε δὲ παντοδαπὸς ἔν τε μορφαῖς καὶ ἐν πάθεσι καὶ δυνάμεσι διαφόροις γιγνόμενος, ὡς γίγνεται νῦν, κόσμος ὀνομάζεται [δὲ] τῷ γνωριμωτάτῳ τῶν ὀνομάτων. κρυπτόμενοι δὲ τοὺς πολλοὺς οἱ σοφώτεροι τὴν μὲν εἰς πῦρ μεταβολὴν Ἀπόλλωνά τε τῇ μονώσει Φοῖβόν τε τῷ καθαρῷ καὶ ἀμιάντῳ καλοῦσι, [389A] τῆς δ’ εἰς πνεύματα καὶ ὕδωρ καὶ γῆν καὶ ἄστρα καὶ φυτῶν ζῴων τε γενέσεις τροπῆς αὐτοῦ καὶ διακοσμήσεως τὸ μὲν πάθημα καὶ τὴν μεταβολὴν διασπασμόν τινα καὶ διαμελισμὸν αἰνίττονται, Διόνυσον δὲ καὶ Ζαγρέα καὶ Νυκτέλιον καὶ Ἰσοδαίτην αὐτὸν ὀνομάζουσι καὶ φθοράς τινας καὶ ἀφανισμοὺς εἶτα δ’ ἀναβιώσεις καὶ παλιγγενεσίας οἰκεῖα ταῖς εἰρημέναις μεταβολαῖς αἰνίγματα καὶ μυθεύματα περαίνουσι· καὶ ἄδουσι τῷ μὲν διθυραμβικὰ μέλη παθῶν μεστὰ καὶ μεταβολῆς πλάνην τινὰ καὶ διαφόρησιν ἐχούσης· ‘μιξοβόαν’ γὰρ Αἰσχύλος φησί [389B] ‘πρέπει διθύραμβον ὁμαρτεῖν σύγκωμον Διονύσῳ’, τῷ δὲ παιᾶνα, τεταγμένην καὶ σώφρονα μοῦσαν, ἀγήρων τε τοῦτον ἀεὶ καὶ νέον ἐκεῖνον δὲ πολυειδῆ καὶ πολύμορφον ἐν γραφαῖς καὶ πλάσμασι δημιουργοῦσι· καὶ ὅλως τῷ μὲν ὁμοιότητα καὶ τάξιν καὶ σπουδὴν ἄκρατον, τῷ δὲ μεμιγμένην τινὰ παιδιᾷ καὶ ὕβρει [καὶ σπουδῇ] καὶ μανίᾳ προσφέροντες ἀνωμαλίαν ‘εὔιον ὀρσιγύναικα μαινομέναις Διόνυσον ἀνθέοντα τιμαῖς’ ἀνακαλοῦσιν, οὐ φαύλως ἑκατέρας μεταβολῆς τὸ οἰκεῖον λαμβάνοντες. [389C] ἐπεὶ δ’ οὐκ ἴσος ὁ τῶν περιόδων ἐν ταῖς μεταβολαῖς χρόνος, ἀλλὰ μείζων ὁ τῆς ἑτέρας ἣν ‘κόρον’ καλοῦσιν, ὁ δὲ τῆς ‘χρησμοσύνης’ ἐλάττων, τὸ κατὰ λόγον τηροῦντες ἐνταῦθα τὸν μὲν ἄλλον ἐνιαυτὸν παιᾶνι χρῶνται περὶ τὰς θυσίας, ἀρχομένου δὲ χειμῶνος ἐπεγείραντες τὸν διθύραμβον τὸν δὲ παιᾶνα καταπαύσαντες τρεῖς μῆνας ἀντ’ ἐκείνου τοῦτον κατακαλοῦνται τὸν θεόν· ὅπερ τρία πρὸς ἐννέα, τοῦτο τὴν διακόσμησιν οἰόμενοι χρόνῳ πρὸς τὴν ἐκπύρωσιν εἶναι.”

10. “Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἱκανοῦ καιροῦ μᾶλλον ἀπομεμήκυνται· δῆλον δ’ ὅτι συνοικειοῦσιν αὐτῷ τὴν πεμπάδα νῦν [389D] μὲν αὐτὴν ἑαυτὴν ὡς τὸ πῦρ αὖθις δὲ τὴν δεκάδα ποιοῦσαν ἐξ ἑαυτῆς ὡς τὸν κόσμον. τῆς δὲ δὴ μάλιστα κεχαρισμένης τῷ θεῷ μουσικῆς οὐκ οἰόμεθα τούτῳ τῷ ἀριθμῷ μετεῖναι; τὸ γὰρ πλεῖστον ὡς ἔπος εἰπεῖν ἔργον ἁρμονικῆς περὶ τὰς συμφωνίας ἐστίν, αὗται δ’ ὅτι πέντε καὶ οὐ πλείους, ὁ λόγος ἐξελέγχει τὸν ἐν χορδαῖς καὶ τρυπήμασι ταῦτα θηρᾶν ἀλόγως τῇ αἰσθήσει βουλόμενον. πᾶσαι γὰρ ἐν λόγοις τὴν γένεσιν ἀριθμῶν λαμβάνουσιν· καὶ λόγος ἐστὶ τῆς μὲν διὰ τεσσάρων ἐπίτριτος, τῆς δὲ διὰ πέντε ἡμιόλιος, διπλάσιος δὲ τῆς διὰ πασῶν, τῆς δὲ διὰ πασῶν καὶ διὰ πέντε τριπλάσιος, καὶ τετραπλάσιος τῆς δὶς διὰ πασῶν. [389E] ἣν δὲ ταύταις ἐπεισάγουσιν οἱ ἁρμονικοὶ διὰ πασῶν καὶ διὰ τεσσάρων ὀνομάζοντες ἔξω μέτρου βαίνουσαν, οὐκ ἄξιόν ἐστι δέχεσθαι τῆς ἀκοῆς τῷ ἀλόγῳ παρὰ τὸν λόγον ὥσπερ νόμῳ χαριζομένους. ἵνα τοίνυν ἀφῶ πέντε <τὰς> τετραχόρδων θέσεις καὶ πέντε τοὺς πρώτους εἴτε τόνους ἢ τρόπους εἴθ’ ἁρμονίας χρὴ καλεῖν, ὧν ἐπιτάσει καὶ ὑφέσει τρεπομένων κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον αἱ λοιπαὶ βαρύτητές εἰσι καὶ ὀξύτητες, ἆρ’ οὐχὶ πολλῶν μᾶλλον δ’ ἀπείρων διαστημάτων ὄντων τὰ μελῳδούμενα μόνα πέντ’ ἐστί, δίεσις καὶ ἡμιτόνιον καὶ τόνος καὶ τριημιτόνιον καὶ δίτονον, ἄλλο [389F] δ’ οὐδὲν οὔτε μικρότερον οὔτε μεῖζον ἐν φωναῖς χωρίον ὀξύτητι καὶ βαρύτητι περατούμενον μελῳδητόν ἐστι;”

11. “Πολλὰ δ’ ἄλλα τοιαῦτ’” ἔφην ἐγώ “παρελθὼν τὸν Πλάτωνα προσάξομαι λέγοντα κόσμον ἕνα, ὡς εἴπερ εἰσὶ παρὰ τοῦτον ἕτεροι καὶ μὴ μόνος οὗτος εἷς, πέντε τοὺς πάντας ὄντας καὶ μὴ πλείονας. οὐ μὴν ἀλλὰ κἂν εἷς οὗτος ἦ μονογενής, ὡς οἴεται καὶ Ἀριστοτέλης, τρόπον τινὰ καὶ τοῦτον ἐκ πέντε συγκείμενον κόσμων καὶ συνηρμοσμένον εἶναι· [390A] ὧν ὁ μέν ἐστι γῆς ὁ δ’ ὕδατος, τρίτος δὲ καὶ τέταρτος ἀέρος καὶ πυρός· τὸν δὲ πέμπτον οὐρανὸν οἱ δὲ φῶς οἱ δ’ αἰθέρα καλοῦσιν, οἱ δ’ αὐτὸ τοῦτο πέμπτην οὐσίαν, ἧ τὸ κύκλῳ περιφέρεσθαι μόνῃ τῶν σωμάτων κατὰ φύσιν ἐστίν, οὐκ ἐξ ἀνάγκης οὐδ’ ἄλλως συμβεβηκός. διὸ δὴ καὶ τὰ πέντε κάλλιστα καὶ τελεώτατα σχήματα τῶν ἐν τῇ φύσει κατανοήσας, πυραμίδα καὶ κύβον καὶ ὀκτάεδρον καὶ εἰκοσάεδρον καὶ δωδεκάεδρον, ἕκαστον οἰκείως ἑκάστῳ προσένειμεν. 12. εἰσὶ δ’ οἳ καὶ τὰς τῶν αἰσθήσεων δυνάμεις ἰσαρίθμους οὔσας τοῖς πρώτοις ἐκείνοις συνοικειοῦσι, τὴν μὲν ἁφὴν ὁρῶντες [390B] ἀντίτυπον οὖσαν καὶ γεώδη, τὴν δὲ γεῦσιν ὑγρότητι τῶν γευστῶν τὰς ποιότητας προσιεμένην. ἀὴρ δὲ πληγεὶς ἐν ἀκοῇ γίγνεται φωνὴ καὶ ψόφος. δυεῖν δὲ τῶν λοιπῶν ὀσμὴ μέν, ἣν ὄσφρησις εἴληχεν, ἀναθυμίασις οὖσα καὶ γεννωμένη θερμότητι πυρῶδές ἐστιν, αἰθέρι δὲ καὶ φωτὶ διὰ συγγένειαν διαλαμπούσης τῆς ὄψεως γίγνεται κρᾶσις ἐξ ἀμφοῖν ὁμοιοπαθὴς καὶ σύμπηξις. ἄλλην δ’ οὔτε τὸ ζῷον αἴσθησιν οὔθ’ ὁ κόσμος ἔχει φύσιν ἁπλῆν καὶ ἄμικτον· ἀλλὰ θαυμαστή τις, ὡς ἔοικε, διανομὴ γέγονε τῶν πέντε πρὸς τὰ πέντε καὶ σύλληξις.”

[390C] 13. Ἅμα δέ πως ἐπιστήσας καὶ διαλιπών “οἷον” εἶπον “ὦ Εὔστροφε, πεπόνθαμεν, ὀλίγου παρελθόντες τὸν Ὅμηρον (Ο 187) ὡς οὐχὶ πρῶτον εἰς πέντε νείμαντα μερίδας τὸν κόσμον, ὃς τὰς μὲν ἐν μέσῳ τρεῖς ἀποδέδωκε τοῖς τρισὶ θεοῖς, δύο δὲ τὰς ἄκρας ὄλυμπον καὶ γῆν, ὧν ἡ μέν ἐστι τῶν κάτω πέρας ὁ δὲ τῶν ἄνω, κοινὰς καὶ ἀνεμήτους ἀφῆκεν. ‘ἀλλ’ ἀνοιστέος’ ὁ ‘λόγος’ ὡς Εὐριπίδης φησίν. οἱ γὰρ τὴν τετράδα σεμνύναντες οὐ φαύλως διδάσκουσιν, ὅτι τῷ ταύτης λόγῳ πᾶν σῶμα γένεσιν ἔσχηκεν. [390D] ἐπεὶ γὰρ ἐν μήκει καὶ πλάτει βάθος λαβόντι πᾶν τὸ στερεόν ἐστι, καὶ μήκους μὲν προυφίσταται στιγμὴ κατὰ μονάδα ταττομένη, μῆκος δ’ ἀπλατὲς [ἡ] γραμμὴ καλεῖται καὶ δυάς ἐστιν, ἡ δ’ ἐπὶ πλάτος γραμμῆς κίνησις ἐπιφανείας γένεσιν ἐν τριάδι παρέσχε, βάθους δὲ τούτοις προσγενομένου διὰ τεττάρων εἰς στερεὸν ἡ αὔξησις προβαίνει, παντὶ δῆλον, ὅτι δεῦρο τὴν φύσιν ἡ τετρὰς προαγαγοῦσα, μέχρι τοῦ σῶμα τελειῶσαι καὶ παρασχεῖν ἁπτὸν ὄγκον καὶ ἀντίτυπον, εἶτ’ ἀπολέλοιπεν ἐνδεᾶ τοῦ μεγίστου. τὸ γὰρ ἄψυχον ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν ὀρφανὸν καὶ ἀτελὲς καὶ [390E] πρὸς οὐδ’ ὁτιοῦν μὴ χρωμένης ψυχῆς ἐπιτήδειον· ἡ δὲ τὴν ψυχὴν ἐμποιοῦσα κίνησις ἢ διάθεσις μεταβολῇ διὰ πέντε γιγνομένη τῇ φύσει τὸ τέλειον ἀποδίδωσι καὶ τοσούτῳ κυριώτερον ἔχει τῆς τετράδος λόγον, ὅσῳ τιμῇ διαφέρει τοῦ ἀψύχου τὸ ζῷον. ἔτι δ’ ἰσχύσασα μᾶλλον ἡ τῶν πέντε συμμετρία καὶ δύναμις οὐκ εἴασεν εἰς ἄπειρα γένη προελθεῖν τὸ ἔμψυχον, ἀλλὰ πέντε τῶν ζώντων ἁπάντων ἰδέας παρέσχεν. εἰσὶ γὰρ θεοὶ δήπου καὶ δαίμονες καὶ ἥρωες, εἶτα μετὰ τούτους τὸ τέταρτον ἄνθρωποι γένος, ἔσχατον δὲ καὶ πέμπτον τὸ ἄλογον καὶ θηριῶδες. [390F] ἔτι δ’ εἰ τὴν ψυχὴν αὐτὴν κατὰ φύσιν διαιροῖς, πρῶτον αὐτῆς καὶ ἀμαυρότατόν ἐστι τὸ θρεπτικὸν δεύτερον δὲ τὸ αἰσθητικὸν εἶτα τὸ ἐπιθυμητικὸν εἶτ’ ἐπὶ τούτῳ τὸ θυμοειδές· εἰς δὲ τὴν τοῦ λογιστικοῦ δύναμιν ἐξικομένη καὶ τελεώσασα τὴν φύσιν ὥσπερ ἐν ἄκρῳ τῷ πέμπτῳ καταπέπαυται.”

14. “Τοσαύτας δὲ καὶ τηλικαύτας ἔχοντος τοῦ ἀριθμοῦ δυνάμεις καλὴ καὶ ἡ γένεσίς ἐστιν, οὐχ ἣν ἤδη διήλθομεν ἐκ δυάδος οὖσαν καὶ τριάδος, ἀλλ’ ἣν ἡ ἀρχὴ τῷ πρώτῳ συνελθοῦσα τετραγώνῳ παρέσχεν. [391A] ἀρχὴ μὲν γὰρ ἀριθμοῦ παντὸς ἡ μονάς, τετράγωνος δὲ πρῶτος ἡ τετράς· ἐκ δὲ τούτων ὥσπερ ἰδέας καὶ ὕλης πέρας ἐχούσης ἡ πεμπάς. εἰ δὲ δὴ καὶ τὴν μονάδα τετράγωνον ὀρθῶς ἔνιοι τίθενται δύναμιν οὖσαν ἑαυτῆς καὶ περαίνουσαν εἰς ἑαυτήν, ἐκ δυεῖν πεφυκυῖα τῶν πρώτων τετραγώνων ἡ πεμπὰς οὐκ ἀπολέλοιπεν ὑπερβολὴν εὐγενείας.”

15. “Τὸ δὲ μέγιστον” ἔφην “δέδια μὴ ῥηθὲν πιέζῃ τὸν Πλάτωνα ἡμῶν, ὡς ἐκεῖνος ἔλεγε πιέζεσθαι τῷ τῆς σελήνης ὀνόματι τὸν Ἀναξαγόραν, παμπάλαιον οὖσαν [τινα] τὴν [391B] περὶ τῶν φωτισμῶν δόξαν ἰδίαν αὑτοῦ ποιούμενον. ἦ γὰρ οὐ ταῦτ’ εἴρηκεν ἐν Κρατύλῳ ;” “πάνυ μὲν οὖν” ὁ Εὔστροφος ἔφη, “τί δ’ ὅμοιον πέφυκεν οὐ συνορῶ.” “καὶ μὴν οἶσθα δήπουθεν, ὅτι πέντε μὲν ἐν Σοφιστῇ τὰς κυριωτάτας ἀποδείκνυσιν ἀρχάς, τὸ ὂν τὸ ταὐτὸν τὸ ἕτερον, τέταρτον δὲ καὶ πέμπτον ἐπὶ τούτοις κίνησιν καὶ στάσιν. ἄλλῳ δ’ αὖ τρόπῳ διαιρέσεως ἐν Φιλήβῳ χρώμενος ἓν μὲν εἶναί φησι τὸ ἄπειρον ἕτερον δὲ τὸ πέρας, τούτων δὲ μιγνυμένων πᾶσαν συνίστασθαι γένεσιν· αἰτίαν δ’, ὑφ’ ἧς μίγνυται, τέταρτον γένος τίθεται· καὶ πέμπτον ἡμῖν ὑπονοεῖν ἀπολέλοιπεν, ὧ τὰ μιχθέντα πάλιν ἴσχει διάκρισιν καὶ διάστασιν. [391C] τεκμαίρομαι δὲ ταῦτ’ ἐκείνων ὥσπερ εἰκόνας λέγεσθαι, τοῦ μὲν ὄντος τὸ γιγνόμενον, κινήσεως δὲ τὸ ἄπειρον, τὸ δὲ πέρας τῆς στάσεως, ταὐτοῦ δὲ τὴν μιγνύουσαν ἀρχήν, θατέρου δὲ τὴν διακρίνουσαν. εἰ δ’ ἕτερα ταῦτ’ ἐστί, κἀκείνως ἂν εἴη καὶ οὕτως ἐν πέντε γένεσι καὶ διαφοραῖς τιθέμενος· φησὶ δή τις ταῦτα πρότερος συνιδὼν Πλάτωνος δύο Ε καθιερώσας τῷ θεῷ, δήλωμα καὶ σύμβολον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πάντων· ἀλλὰ μὴν καὶ τἀγαθὸν ἐν πέντε γένεσι φανταζόμενον κατανοήσας, [391D] ὧν πρῶτόν ἐστι τὸ μέτριον δεύτερον δὲ τὸ σύμμετρον, καὶ τρίτον ὁ νοῦς καὶ τέταρτον αἱ περὶ ψυχὴν ἐπιστῆμαι καὶ τέχναι καὶ δόξαι ἀληθεῖς, πέμπτον <δ’> εἴ τις ἡδονὴ καθαρὰ καὶ πρὸς τὸ λυποῦν ἄκρατος, ἐνταῦθα λήγει τὸ Ὀρφικὸν ὑπειπών

‘ἕκτῃ δ’ ἐν γενεῇ καταπαύσατε οἶμον ἀοιδῆς·’

16· “Ἐπὶ τούτοις” ἔφην “εἰρημένοις πρὸς ὑμᾶς ‘ἓν βραχύ’ τοῖς περὶ Νίκανδρον ‘ἀείσω ξυνετοῖσι’· τῇ γὰρ ἕκτῃ τοῦ νέου μηνὸς ὅταν κατάγῃς τὴν Πυθίαν εἰς τὸ πρυτανεῖον, ὁ πρῶτος ὑμῖν γίγνεται τῶν τριῶν κλήρων εἰς τὰ πέντε πρὸς ἀλλήλους ἐκείνης τὰ τρία οὐδὲ τὰ δύο βάλλοντες· ἦ γὰρ οὐχ οὕτως ἔχει;” καὶ ὁ Νίκανδρος [391E] “οὕτως” εἶπεν· “ἡ δ’ αἰτία πρὸς ἑτέρους ἄρρητός ἐστιν.” “οὐκοῦν” ἔφην ἐγὼ μειδιάσας “ἄχρι οὗ τἀληθὲς ἡμῖν ὁ θεὸς ἱεροῖς γενομένοις γνῶναι παράσχῃ, προσκείσεται καὶ τοῦτο τοῖς ὑπὲρ τῆς πεμπάδος λεγομένοις.” τοιοῦτο μὲν καὶ ὁ τῶν ἀριθμητικῶν καὶ ὁ τῶν μαθηματικῶν ἐγκωμίων τοῦ εἶ λόγος, ὡς ἐγὼ μέμνημαι, πέρας ἔσχεν.

17. Ὁ δ’ Ἀμμώνιος, ἅτε δὴ καὶ αὐτὸς οὐ τὸ φαυλότατον ἐν μαθηματικῇ φιλοσοφίας τιθέμενος, ἥσθη τε τοῖς λεγομένοις καὶ εἶπεν “οὐκ ἄξιον πρὸς ταῦτα λίαν ἀκριβῶς ἀντιλέγειν τοῖς νέοις, πλὴν ὅτι τῶν ἀριθμῶν ἕκαστος [391F] οὐκ ὀλίγα βουλομένοις ἐπαινεῖν καὶ ὑμνεῖν παρέξει. καὶ τί δεῖ περὶ τῶν ἄλλων λέγειν; ἡ γὰρ ἱερὰ τοῦ Ἀπόλλωνος ἑβδομὰς ἀναλώσει τὴν ἡμέραν πρότερον ἢ λόγῳ τὰς δυνάμεις αὐτῆς ἁπάσας ἐπεξελθεῖν. εἶτα τῷ κοινῷ νόμῳ ‘πολεμοῦντας’ ἅμα καὶ ‘τῷ πολλῷ χρόνῳ’ τοὺς σοφοὺς ἀποφανοῦμεν ἄνδρας, εἰ τὴν ἑβδομάδα τῆς προεδρίας παρώσαντες τῷ θεῷ τὴν πεμπάδα καθιερώσουσιν ὡς μᾶλλόν τι προσήκουσαν; οὔτ’ οὖν ἀριθμὸν οὔτε τάξιν οὔτε σύνδεσμον οὔτ’ ἄλλο τῶν ἐλλιπῶν μορίων οὐδὲν οἶμαι τὸ γράμμα σημαίνειν· [392A] ἀλλ’ ἔστιν αὐτοτελὴς τοῦ θεοῦ προσαγόρευσις καὶ προσφώνησις ἅμα τῷ ῥήματι τὸν φθεγγόμενον εἰς ἔννοιαν καθιστᾶσα τῆς τοῦ θεοῦ δυνάμεως. ὁ μὲν γὰρ θεὸς ἕκαστον [ἡμῶν] τῶν ἐνταῦθα προσιόντων οἷον ἀσπαζόμενος προσαγορεύει τό ‘γνῶθι σαυτόν,’ ὃ τοῦ χαῖρε δήπουθεν οὐδὲν μεῖόν ἐστιν· ἡμεῖς δὲ πάλιν ἀμειβόμενοι τὸν θεόν ‘εἶ’ φαμέν, ὡς ἀληθῆ καὶ ἀψευδῆ καὶ μόνην μόνῳ προσήκουσαν τὴν τοῦ εἶναι προσαγόρευσιν ἀποδιδόντες.”

18. “Ἡμῖν μὲν γὰρ ὄντως τοῦ εἶναι μέτεστιν οὐδέν, ἀλλὰ πᾶσα θνητὴ φύσις ἐν μέσῳ γενέσεως καὶ φθορᾶς γενομένη [392B] φάσμα παρέχει καὶ δόκησιν ἀμυδρὰν καὶ ἀβέβαιον αὑτῆς· ἂν δὲ τὴν διάνοιαν ἐπερείσῃς λαβέσθαι βουλόμενος, ὥσπερ ἡ σφοδρὰ περίδραξις ὕδατος τῷ πιέζειν καὶ εἰς ταὐτὸ συνάγειν διαρρέον ἀπόλλυσι τὸ περιλαμβανόμενον, οὕτω τῶν παθητῶν καὶ μεταβλητῶν ἑκάστου τὴν ἄγαν ἐνάργειαν ὁ λόγος διώκων ἀποσφάλλεται τῇ μὲν εἰς τὸ γιγνόμενον αὐτοῦ τῇ δ’ εἰς τὸ φθειρόμενον, οὐδενὸς λαβέσθαι μένοντος οὐδ’ ὄντως ὄντος δυνάμενος. ‘ποταμῷ γὰρ οὐκ ἔστιν ἐμβῆναι δὶς τῷ αὐτῷ’ καθ’ Ἡράκλειτον οὐδὲ θνητῆς οὐσίας δὶς ἅψασθαι κατὰ ἕξιν· ἀλλ’ ὀξύτητι καὶ τάχει μεταβολῆς ‘σκίδνησι καὶ πάλιν συνάγει’, μᾶλλον δ’ οὐδὲ πάλιν οὐδ’ ὕστερον ἀλλ’ ἅμα συνίσταται καὶ ἀπολείπει καὶ ‘πρόσεισι καὶ ἄπεισιν’. [392C] ὅθεν οὐδ’ εἰς τὸ εἶναι περαίνει τὸ γιγνόμενον αὐτῆς τῷ μηδέποτε λήγειν μηδ’ ἵστασθαι τὴν γένεσιν, ἀλλ’ ἀπὸ σπέρματος ἀεὶ μεταβάλλουσαν ἔμβρυον ποιεῖν εἶτα βρέφος εἶτα παῖδα, μειράκιον ἐφεξῆς, νεανίσκον, εἶτ’ ἄνδρα, πρεσβύτην, γέροντα, τὰς πρώτας φθείρουσαν γενέσεις καὶ ἡλικίας ταῖς ἐπιγιγνομέναις. ἀλλ’ ἡμεῖς ἕνα φοβούμεθα γελοίως θάνατον, ἤδη τοσούτους τεθνηκότες καὶ θνήσκοντες. οὐ γὰρ μόνον, ὡς Ἡράκλειτος ἔλεγε, ‘πυρὸς θάνατος ἀέρι γένεσις, καὶ ἀέρος θάνατος ὕδατι γένεσις,’ ἀλλ’ ἔτι [392D] σαφέστερον ἐπ’ αὐτῶν ἡμῶν φθείρεται μὲν ὁ ἀκμάζων γινομένου γέροντος, ἐφθάρη δ’ ὁ νέος εἰς τὸν ἀκμάζοντα, καὶ ὁ παῖς εἰς τὸν νέον, εἰς δὲ τὸν παῖδα τὸ νήπιον· ὅ τ’ ἐχθὲς εἰς τὸν σήμερον τέθνηκεν, ὁ δὲ σήμερον εἰς τὸν αὔριον ἀποθνήσκει· μένει δ’ οὐδεὶς οὐδ’ ἔστιν εἷς, ἀλλὰ γιγνόμεθα πολλοί, περὶ ἕν τι φάντασμα καὶ κοινὸν ἐκμαγεῖον ὕλης περιελαυνομένης καὶ ὀλισθανούσης. ἐπεὶ πῶς οἱ αὐτοὶ μένοντες ἑτέροις χαίρομεν νῦν, ἑτέροις πρότερον, τἀναντία φιλοῦμεν καὶ μισοῦμεν καὶ θαυμάζομεν καὶ ψέγομεν, ἄλλοις χρώμεθα λόγοις ἄλλοις πάθεσιν, [392E] οὐκ εἶδος οὐ μορφὴν οὐ διάνοιαν ἔτι τὴν αὐτὴν ἔχοντες; οὔτε γὰρ ἄνευ μεταβολῆς ἕτερα πάσχειν εἰκός, οὔτε μεταβάλλων <οὐδεὶς> ὁ αὐτός ἐστιν· εἰ δ’ ὁ αὐτὸς οὐκ ἔστιν, οὐδ’ ἔστιν, ἀλλὰ τοῦτ’ αὐτὸ μεταβάλλει γιγνόμενος ἕτερος ἐξ ἑτέρου. ψεύδεται δ’ ἡ αἴσθησις ἀγνοίᾳ τοῦ ὄντος εἶναι τὸ φαινόμενον.”

19. “Τί οὖν ὄντως ὄν ἐστι; τὸ ἀίδιον καὶ ἀγένητον καὶ ἄφθαρτον, ὧ χρόνος μεταβολὴν οὐδὲ εἷς ἐπάγει. κινητὸν γάρ τι καὶ κινουμένῃ συμφανταζόμενον ὕλῃ καὶ ῥέον ἀεὶ καὶ μὴ στέγον, ὥσπερ ἀγγεῖον φθορᾶς καὶ γενέσεως, ὁ χρόνος· ὅπου γε δὴ τὸ μέν ‘ἔπειτα’ καὶ τό ‘πρότερον’ καὶ τό ‘ἔσται’ λεγόμενον καὶ τό ‘γέγονεν’ αὐτόθεν ἐξομολόγησίς ἐστι τοῦ μὴ ὄντος· τὸ γὰρ ἐν τῷ εἶναι μηδέπω [392F] γεγονὸς ἢ πεπαυμένον ἤδη τοῦ εἶναι λέγειν ὡς ἔστιν, εὔηθες καὶ ἄτοπον. ὧ δὲ μάλιστα τὴν νόησιν ἐπερείδοντες τοῦ χρόνου τό ‘ἐνέστηκε’ καὶ τό ‘πάρεστι’ καὶ τό ‘νῦν’ φθεγγόμεθα, τοῦτ’ αὖ πάλιν ἄγαν ἐνδυόμενος ὁ λόγος ἀπόλλυσιν. ἐκθλίβεται γὰρ εἰς τὸ μέλλον καὶ τὸ παρῳχημένον ὥσπερ αὐτὴ βουλομένοις ἰδεῖν ἐξ ἀνάγκης διιστάμενον. [393A] εἰ δὲ ταὐτὰ τῷ μετροῦντι πέπονθεν ἡ μετρουμένη φύσις, οὐδὲν αὐτῆς μένον οὐδ’ ὄν ἐστιν, ἀλλὰ γιγνόμενα πάντα καὶ φθειρόμενα κατὰ τὴν πρὸς τὸν χρόνον συννέμησιν. ὅθεν οὐδ’ ὅσιόν ἐστιν ἐπὶ τοῦ ὄντος λέγειν, ὡς ἦν ἢ ἔσται· ταῦτα γὰρ ἐγκλίσεις τινές εἰσι καὶ παραλλάξεις τοῦ μένειν ἐν τῷ εἶναι μὴ πεφυκότος.”

20. “Ἀλλ’ ἔστιν ὁ θεός, ‘εἶ’ χρὴ φάναι, καὶ ἔστι κατ’ ὐδένα χρόνον ἀλλὰ κατὰ τὸν αἰῶνα τὸν ἀκίνητον καὶ ἄχρονον καὶ ἀνέγκλιτον καὶ οὗ πρότερον οὐδέν ἐστιν οὐδ’ ὕστερον οὐδὲ μέλλον οὐδὲ παρῳχημένον οὐδὲ πρεσβύτερον οὐδὲ νεώτερον· ἀλλ’ εἷς ὢν ἑνὶ τῷ νῦν τὸ ἀεὶ πεπλήρωκε, [393B] καὶ μόνον ἐστὶ τὸ κατὰ τοῦτ’ ὄντως ὄν, οὐ γεγονὸς οὐδ’ ἐσόμενον οὐδ’ ἀρξάμενον οὐδὲ παυσόμενον. οὕτως οὖν αὐτὸ δεῖ σεβομένους ἀσπάζεσθαι [καὶ] προσεθίζειν, ‘εἶ’, καὶ νὴ Δία, ὡς ἔνιοι τῶν παλαιῶν, ‘εἶ ἕν’. οὐ γὰρ πολλὰ τὸ θεῖόν ἐστιν, ὡς ἡμῶν ἕκαστος ἐκ μυρίων διαφορῶν ἐν πάθεσι γινομένων ἄθροισμα παντοδαπὸν καὶ πανηγυρικῶς μεμιγμένον· ἀλλ’ ἓν εἶναι δεῖ τὸ ὄν, ὥσπερ ὂν τὸ ἕν. ἡ δ’ ἑτερότης διαφορᾷ τοῦ ὄντος εἰς γένεσιν ἐξίσταται τοῦ μὴ ὄντος. ὅθεν εὖ καὶ τὸ πρῶτον ἔχει τῷ θεῷ τῶν ὀνομάτων καὶ τὸ δεύτερον καὶ τὸ τρίτον. Ἀπόλλων μὲν γὰρ οἷον ἀρνούμενος τὰ πολλὰ καὶ τὸ [393C] πλῆθος ἀποφάσκων ἐστίν, Ἰήιος δ’ ὡς εἷς καὶ μόνος· Φοῖβον δὲ δήπου τὸ καθαρὸν καὶ ἁγνὸν οἱ παλαιοὶ πᾶν ὠνόμαζον, ὡς ἔτι Θεσσαλοὶ τοὺς ἱερέας ἐν ταῖς ἀποφράσιν ἡμέραις αὐτοὺς ἐφ’ ἑαυτῶν ἔξω διατρίβοντας, οἶμαι, ‘φοιβονομεῖσθαι’ λέγουσι. τὸ δ’ ἓν εἰλικρινὲς καὶ καθαρόν· ἑτέρου γὰρ μίξει πρὸς ἕτερον ὁ μιασμός, ὥς που καὶ Ὅμηρος (Δ 141) ‘ἐλέφαντα’ [τινὰ] φοινισσόμενον βαφῇ ‘μιαίνεσθαι’ φησί· καὶ τὰ μιγνύμενα τῶν χρωμάτων οἱ βαφεῖς ‘φθείρεσθαι’ καί ‘φθοράν’ τὴν μῖξιν ὀνομάζουσιν. οὐκοῦν ἕν τ’ εἶναι καὶ ἄκρατον ἀεὶ τῷ ἀφθάρτῳ καὶ καθαρῷ προσήκει.”

21. “Τοὺς δ’ Ἀπόλλωνα καὶ ἥλιον ἡγουμένους τὸν αὐτὸν [393D] ἀσπάζεσθαι μὲν ἄξιόν ἐστι καὶ φιλεῖν δι’ εὐφυίαν, ὃ μάλιστα τιμῶσιν ὧν ἴσασι καὶ ποθοῦσιν, εἰς τοῦτο τιθέντας τοῦ θεοῦ τὴν ἐπίνοιαν· ὡς δὲ νῦν ἐν τῷ καλλίστῳ τῶν ἐνυπνίων τὸν θεὸν ὀνειροπολοῦντας ἐγείρωμεν καὶ παρακαλῶμεν ἀνωτέρω προάγειν καὶ θεάσασθαι τὸ ὕπαρ αὐτοῦ καὶ τὴν οὐσίαν, τιμᾶν δὲ καὶ τὴν εἰκόνα τήνδε καὶ σέβεσθαι τὸ περὶ αὐτὴν γόνιμον ὡς ἀνυστόν ἐστιν αἰσθητῷ νοητοῦ καὶ φερομένῳ μένοντος ἐμφάσεις τινὰς καὶ εἴδωλα διαλάμπουσαν ἁμωσγέπως τῆς περὶ ἐκεῖνον εὐμενείας καὶ μακαριότητος. ἐκστάσεις δ’ αὐτοῦ καὶ μεταβολὰς <εἰς> πῦρ ἀνιέντος ἑαυτὸν ἅμα [393E] τοῖς πᾶσιν, ὡς λέγουσιν, αὖθις δὲ καταθλίβοντος ἐνταῦθα <καὶ> κατατείνοντος εἰς γῆν καὶ θάλασσαν καὶ ἀνέμους καὶ ζῷα καὶ τὰ δεινὰ παθήματα [καὶ] ζῴων καὶ φυτῶν οὐδ’ ἀκούειν ὅσιον· ἢ τοῦ ποιητικοῦ παιδὸς (Ο 362) ἔσται φαυλότερος, ἣν ἐκεῖνος ἔν τινι ψαμάθῳ συντιθεμένῃ καὶ διαχεομένῃ πάλιν ὑφ’ αὑτοῦ παίζει παιδιάν, ταύτῃ περὶ τὰ ὅλα χρώμενος ἀεὶ καὶ τὸν κόσμον οὐκ ὄντα πλάττων εἶτ’ ἀπολλύων γενόμενον. τοὐναντίον γὰρ ὃ θεῖον ἁμωσγέπως ἐγγέγονε τῷ κόσμῳ, τοῦτο συνδεῖ τὴν οὐσίαν καὶ κρατεῖ τῆς περὶ τὸ σωματικὸν ἀσθενείας ἐπὶ φθορὰν φερομένης. [393F] καί μοι δοκεῖ μάλιστα πρὸς τοῦτον τὸν λόγον ἀντιταττόμενον τὸ ῥῆμα καὶ μαρτυρόμενον ‘εἶ’ φάναι πρὸς τὸν θεόν, ὡς οὐδέποτε γινομένης περὶ αὐτὸν [394A] ἐκστάσεως καὶ μεταβολῆς, ἀλλ’ ἑτέρῳ τινὶ θεῷ μᾶλλον δὲ δαίμονι τεταγμένῳ περὶ τὴν ἐν φθορᾷ καὶ γενέσει φύσιν τοῦτο ποιεῖν καὶ πάσχειν προσῆκον· ὡς δῆλόν ἐστιν ἀπὸ τῶν ὀνομάτων εὐθὺς οἷον ἐναντίων ὄντων καὶ ἀντιφώνων. λέγεται γὰρ ὁ μὲν Ἀπόλλων ὁ δὲ Πλούτων, καὶ ὁ μὲν Δήλιος ὁ δ’ Ἀιδωνεύς, καὶ ὁ μὲν Φοῖβος ὁ δὲ Σκότιος· καὶ παρ’ ὧ μὲν αἱ Μοῦσαι καὶ ἡ Μνημοσύνη, παρ’ ὧ δ’ ἡ Λήθη καὶ ἡ Σιωπή· καὶ ὁ μὲν Θεώριος καὶ Φαναῖος, ὁ δέ

‘Νυκτός <τ’> ἀιδνᾶς ἀεργηλοῖό θ’ υπνου κοίρανος·’

καὶ ὁ μέν

‘βροτοῖσι θεῶν ἔχθιστος ἁπάντων,’ (Ι 158)

πρὸς ὃν δὲ Πίνδαρος εἴρηκεν οὐκ ἀηδῶς

‘κατεκρίθη δὲ θνατοῖς ἀγανώτατος ἔμμεν.’

εἰκότως οὖν ὁ Εὐριπίδης εἶπε

‘λοιβαὶ νεκύων φθιμένων
ἀοιδαί θ’, ἃς χρυσοκόμας
Ἀπόλλων οὐκ ἐνδέχεται·’

καὶ πρότερος ἔτι τούτου [ὁ] Στησίχορος

‘<χορεύ>ματά τοι μάλιστα
παιγμοσύνας <τε> φιλεῖ μολπάς τ’ Ἀπόλλων,
κάδεα δὲ στοναχάς τ’ Ἀίδας ἔλαχε.’

Σοφοκλῆς δὲ καὶ τῶν ὀργάνων ἑκατέρῳ προσνέμων ἑκάτερον δῆλός ἐστι διὰ τούτων

‘οὐ νάβλα κωκυτοῖσιν οὐ λύρα φίλα’.

καὶ γὰρ ὁ αὐλὸς ὀψὲ καὶ πρῴην ἐτόλμησε φωνήν ‘ἐφινερθίσιν’ ἀφιέναι· τὸν δὲ πρῶτον χρόνον εἵλκετο πρὸς τὰ πένθη, [394C] καὶ τὴν περὶ ταῦτα λειτουργίαν οὐ μάλ’ ἔντιμον οὐδὲ φαιδρὰν εἶχεν, εἶτ’ ἐμίχθη πάντα πᾶσι. μάλιστα δὲ τὰ θεῖα πρὸς τὰ δαιμόνια συγχέοντες εἰς ταραχὴν αὑτοὺς κατέστησαν. ἀλλά γε τῷ εἶ τό ‘γνῶθι σαυτόν’ ἔοικέ πως ἀντικεῖσθαι καὶ τρόπον τινὰ πάλιν συνᾴδειν· τὸ μὲν γὰρ ἐκπλήξει καὶ σεβασμῷ πρὸς τὸν θεὸν ὡς ὄντα διὰ παντὸς ἀναπεφώνηται, τὸ δ’ ὑπόμνησίς ἐστι τῷ θνητῷ τῆς περὶ αὐτὸ φύσεως καὶ ἀσθενείας.”

 

 

 

            Η περιστασιακή τοποθέτηση μου στη θέση του Στεγαστή, κατά την διάρκεια των εργασιών, αποτέλεσε την αφορμή για τη δημιουργία αυτής της εργασίας.  Έμβλημα του Στεγαστή είναι το ξίφος, το οποίο και φέρει καθ’ όλη τη διάρκεια των εργασιών, ακριβώς όπως και ο Δοκιμαστής. Επειδή, κάθε τι στον Τεκτονισμό ερμηνεύεται συμβολικώς, στο κείμενο που ακολουθεί πραγματεύομαι τα παρακάτω ερωτήματα. Τι συμβολίζει το ξίφος; Ποια είναι η ιστορία του; Ποια η Τεκτονική  χρήση και ερμηνεία;

Κατά την διάρκεια του 13ου και 14ου αιώνα στη Σκωτία, ανθίζει ο ιπποτισμός και οι επαγγελματικές συντεχνίες των λιθοξόων έχουν οργανωθεί. Επικρατεί η άποψη, ότι τα μέλη αυτών των συντεχνιών αποτελούν τους πρόδρομους των Ελευθεροτεκτόνων γιατί χρησιμοποιούσαν στοιχεία θεμελιώδη του  Ελευθεροτεκτονισμού όπως σύμβολα, σημεία και τελετουργικά. Δυστυχώς, η πλειονότητα των ιστορικών εγγράφων της περιόδου έχουν χαθεί, με αποτέλεσμα οι ειδικοί να αντλούν πληροφορίες από τους τοπικούς μύθους, τις μεσαιωνικές επιγραφές, μνημεία και τάφους. Για τον Τεκτονισμό, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι σε πολλά νεκροταφεία της Σκωτίας, μπορούμε να δούμε συμβολικά λαξευμένες ταφόπλακες που πιστοποιούν κάποια έγκαιρη οργάνωση των ιπποτικών τάξεων ή των επαγγελματικών συντεχνιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ερειπωμένη ενορία “WestKirk” στο Culross, της Σκωτίας, όπως διαβάζουμε σε σχετικό άρθρο του τεκτονικού περιοδικό Freemasonrytoday. Το άρθρο αναφέρει, ότι η εν λόγω ενορία αποτελείται από ερείπια εδώ και αιώνες αφού έχει καταγραφεί ως εγκαταλελειμμένη από το 1633. Όμως, αρκετοί τοίχοι του ναού σώζονται και είναι εντυπωσιακό ότι μια αρχαία ταφόπλακα είναι τοποθετημένη ως ανώφλι πάνω από μια πόρτα. Δεδομένου ότι η ταφόπλακα αυτή αποτελεί μέρος του τοίχου, θα πρέπει, ως εκ τούτου, να είναι εξαιρετικά παλιά και με βάση την τεχνοτροπία της, υπολογίζεται να ανήκει στο 14ο αιώνα. Η  ταφόπλακα φέρει σκαλιστό σταυρό, ενώ πάνω από το σταυρό είναι σκαλισμένο ένα πρότυπο μέτρο του Πρωτομάστορα, το ένα άκρο του οποίου σχηματίζει ένα γνώμονα. Κάτω από το σταυρό είναι σκαλισμένο το σπαθί του Πρωτομάστορα. Οι ειδικοί θεωρούν ότι τοποθετήθηκαν αρχικά τα αντικείμενα πάνω στη ταφόπλακα και αφού αποτυπωθήκαν τα περιγράμματα τους με κιμωλία, ύστερα πραγματοποιήθηκε το σκάλισμα. Δεν γνωρίζουμε εάν αυτή η ταφόπλακα στο Culross, με το γνώμονα, τον σταυρό και το σπαθί αποκαλύπτουν μια αρχαία σχέση μεταξύ της ιπποσύνης και του Ελευθεροτεκτονισμού. Όμως, αυτή η ταφόπλακα μας αποδεικνύει, ότι ένας Διδάσκαλος ήταν φημισμένος  για την εμπειρία του τόσο για το γνώμονα όσο και για το ξίφος. Και είναι μάλλον απίθανο ότι ήταν ο μόνος.

Από εμφάνισης του Τεκτονισμού, τον 18ο αιώνα, η χρήση του ξίφους ήταν αρκετά εκτεταμένη, κατά την διάρκεια των μυήσεων, κυρίως στην ηπειρωτική Ευρώπη. Εξάλλου, ξίφος κατείχαν οι περισσότεροι ευγενείς εκείνη την περίοδο για λόγους προστασίας και όχι μόνον. Όπως και στη δική μας μύηση στο 1ο βαθμό, έτσι και οι αδελφοί μας τότε τοποθετούσαν την αιχμή του ξίφους στο στήθος του υποψήφιου. Κύριος σκοπός αυτής της πράξης, δεν ήταν να τον απειλήσουν, αλλά να τον διδάξουν και να επέμβουν δραστικά στη ψυχοσύνθεσή του αποσκοπώντας έτσι στην ατομική του βελτίωση.

Αντίστοιχα στο τυπικό μας, ο Σεβασμιος   ενημερώνει τον υποψήφιο, ότι το ξίφος συμβολίζει τις τύψεις της συνείδησης, οι οποίες θα σπαράξουν την καρδιά του, εάν ποτέ γίνει επίορκος προς το τάγμα, στο οποίο ζητεί να εισέλθει. Επίσης, κατά την διάρκεια της βεβαίωσης εκπλήρωσης καθηκόντων ο Δοκιμαστής, τοποθετεί μικρό εγχειρίδιο στο έσω του καρπού του υποψήφιου, ενώ ο Σεβασμιος     ρωτάει τον δόκιμο εάν είναι πρόθυμος για τις αρχές του Τεκτονισμού και την υπεράσπιση των αδελφών του, να διαβεβαιώσει με το αίμα του. Αφού πάρει τη θετική απάντηση ο ο Σεβασμιος   απαντάει ότι ήθελε να βεβαιωθεί για τις προθέσεις του και ότι το πολύτιμο αίμα του δόκιμου θα πρέπει να θυσιαστεί μόνο υπέρ σκοπού δικαίου και ιερού.

Σε άλλα τυπικά του πρώτου βαθμού, όπως αυτό της Αμίλλης, κατά την είσοδο του υποψηφίου στη στοά ο Εσωτερικός Φρουρός ψαύει δια του  ξιφιδίου το αριστερό γυμνό στήθος του δοκίμου ρωτώντας τον: «Αισθάνεσθε κάτι να σας εγγίζει;». Μετά την καταφατική απάντηση του υποψηφίου, υψώνει το ξιφίδιο ψηλά για να καταδείξει την ενέργεια του αυτή.  Μετά την ορκωμοσία του υποψηφίου ο Σεβάσμιος διδάσκαλος, δείχνοντας του το ξιφίδιο, τον ενημερώνει πως κατά την είσοδο του στο ναό διέφυγε ενός σοβαρού κινδύνου. Αν είχε αποπειραθεί να προχωρήσει απότομα προς τα εμπρός θα είχε καταστεί αυτουργός του ιδίου του του θανάτου, καθόσον ο Εσωτερικός Φρουρός θα παρέμενε ακλόνητος εις την εκτέλεση του καθήκοντος του.    

Σε μια γαλλική κατήχηση το 1751, LemaconDemasque, η οποία εκδόθηκε και στην Αγγλία το 1766, υπό τον τίτλο SolomoninallhisGlory, περιγράφεται η είσοδος του υποψηφίου κάτω από το σιδηρούν θόλο, το οποίο στη πραγματικότητα είναι μια αψίδα σχηματιζόμενη από ξίφη. Το πέρασμα κάτω απ’ αυτή την αψίδα, σηματοδοτεί το πέρασμα του υποψηφίου σε μια καινούργια ζωή, καθώς εισέρχεται σε ένα διαφορετικό επίπεδο συνείδησης. Αντίστοιχα στο τυπικό μας, ο Στεγαστής προτείνει το ξίφος του μπροστά από την είσοδο της Στοάς, υποχρεώνοντας τον αμύητο να διέλθει κάτω από το ξίφος κατά την πρώτη του είσοδο στο ναό. Επίσης, όταν ο δόκιμος δίνει την Επίσημη Διαβεβαίωση, από πάνω του σχηματίζεται αψίδα από τον Τελετάρχη και τον Δοκιμαστής χρησιμοποιώντας την ράβδο και το ξίφος. Όμως, ο σχηματισμός της αψίδας, συμβολίζει και τον γνώμονα και είναι διαδικασία που αναπαράγεται κατά την διάρκεια του ανοίγματος και κλεισίματος των κανονικών εργασιών της Στοάς.

Επίσης, ξίφος περιέχει και το έμβλημα του Σκωτικού Τύπου, καθώς εμφανίζεται αετός να κρατάει ξίφος με τα γαμψά νύχια του, από τη λεπίδα. Γενικά το ξίφος είναι σύμβολο ισχύος, προστασίας, εξουσίας, δικαιοσύνης, ηγεσίας, επαγρύπνησης, θάρρους και φυσικής εξολόθρευσης. Επίσης, το ξίφος συμβολίζει την αρσενική αρχή, ενώ η θήκης του ξίφους συμβολίζει την θηλυκή αρχή. Σε μεταφυσικό επίπεδο, το ξίφος συμβολίζει το απαράβατο του ιερού, καθώς και τη διεισδυτική ισχύ της νόησης. Στη αλχημεία, απεικονίζει τη φωτιά που εξαγνίζει, επειδή σκοτώνει για να αναζωογονήσει, όπως το διεισδυτικό πνεύμα.

 Στην χριστιανική παράδοση, αναφέρεται στα εξής χωρία της Αποκαλύψεως: «ἔχων χειρὶ αὐτοῦ ἀστέρας ἑπτὰ καὶ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ῥομφαία δίστομος ὀξεία ἐκπορευόμενη καὶ ἡ ὅψις αὐτοῦ ὣς ὁ ἥλιος, φαίνει ἐν τῇ δυνάμει αὐτοῦ» (Ἀποκάλυψις, Κεφ. Α΄, ἐδ. 16)… «καὶ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ἐκπορεύεται ῥομφαία ὀξεία ἴνα ἐν αὐτῇ πατάσσῃ τὰ ἔθνη…» (Ἀποκάλυψις, Κεφ. ΙΘ΄, ἐδ. 15). Γενικά το δίκοπο ξίφος, συμβολίζει τις δύο όψεις της φύσης, τη δημιουργία και τη καταστροφή, τη ζωή και τον θάνατο,  οι οποίες είναι αντίθετες αλλά και ταυτόχρονα το ένα. Όπως το ξίφος, χωρίζει το σώμα από την ψυχή, έτσι και η δίστομη ρομφαία, έμβλημα του χειρουβικού πυρός, χωρίζει τον άνθρωπο από τον Παράδεισο. Όμως, η ρομφαία συναντάται και στη Τεκτονική μας παράδοση, καθώς είναι το ξίφος που χρησιμοποιεί ο Σεβ:. Διδ:. για να ορκίσει τον νεόφυτο. Συγκεκριμένα επιθέτει τη ρομφαία διαδοχικά επί την κεφαλή, τον δεξιό και τον αριστερό ώμο του νεόφυτου, ώστε αντίστοιχα να ονομάσει, να αναγνωρίσει και να τον εγκαταστήσει μαθητή Τέκτονα. Επίσης, ο δόκιμός όταν δίνει την Επίσημη Διαβεβαίωση, ορκίζεται «επί του ξίφους συμβόλου τιμής» να μη αποκαλύψει ποτέ τα τεκτονικά μυστήρια, πίστη και υπάκουη στο σύνταγμα και αγάπη και αρωγή στους αδελφούς του.   

Με αφορμή την πύρινη ρομφαία από το χωρίο της Αποκάλυψης, σκέφτηκα συνειρμικά την μύηση μου στον 1ο βαθμό. Προσωπική μου εντύπωση και κορυφαία στιγμή, ήταν η πρώτη εικόνα που είχα από την Στοά όταν αντίκρισα τους αδελφούς μου να  με απειλούν με πύρινα ξίφη, ενώ παράλληλα ο ο Σεβασμιος   με ενημέρωσε ότι τα ξίφη αυτά είναι άσπονδοι εχθροί του ψεύδους και ότι είναι έτοιμα να μου επιτεθούν σε περίπτωση που παραβώ τις υποσχέσεις μου. Η εικόνα είναι πολύ δυνατή και πιστεύω ότι αποτυπώνεται στη πλειονότητα των αδελφών. Επίσης, δεν πρέπει να παραληφθεί ότι σύμφωνα με το τυπικό μας, οι ζωηρές φλόγες από τα ξίφη, συμβολίζουν τις ακτίνες του φωτός της αλήθειας, οι οποίες πλήττουν τη διανοητική όραση εκείνου που δεν έχει προπαρασκευασθεί κατάλληλα.     

Το ξίφος όμως χρησιμοποιείται και σε παράπλευρα πέραν της συντεχνίας τάγματα, όπως επίσης  και σε επιγενόμενους βαθμούς. Σε πρώιμες εκδοχές της Βασιλικής Αψίδος, κατά τη διάβαση των πέπλων, φρουροί κρατώντας ξίφη βρίσκονταν τοποθετημένοι μεταξύ των πέπλων φυλάσσοντας αυτά. Όταν ο υποψήφιος προχωρώντας από πέπλο σε πέπλο τους συναντούσε, εκείνοι τον σημάδευαν με τα ξίφη στη καρδιά. Ομοίως και σε άλλες τελετές τόσο του Σκωτικού τύπου, όσο και σε ιπποτικούς βαθμούς τα ξίφη χρησιμοποιούνται εκτεταμένα και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των δρωμένων. Σε παλιά φωτογραφία του 19ου αιώνα, απεικονίζεται ένας αδελφός ιππότης Καδώς (30ος βαθμός) σε όρθια στάση. Είναι ενδεδυμένος με καπέλο, μπότες,  μπέρτα με αποτυπωμένο στη αριστερή του πλευρά σταυρό. Επιπλέον φέρει ζώνη με σκάλισμα σταυρού και κρατάει στο αριστερό του χέρι ξίφος. Τα παλιά χρόνια αξίζει να σημειωθεί, πως οι αδελφοί έφεραν ξίφος σ’ όλους του βαθμούς του Σκωτικού τύπου, όπως προκύπτει από φωτογραφίες και σκίτσα της εποχής. Βέβαια σήμερα δεν ισχύει το παραπάνω, παρά μόνον σε κάποιες βρετανικές δικαιοδοσίες. 

Mέσα από αυτή την μικρή ιστορική αναδρομή σχετικά με τη χρήση και τον συμβολισμό του ξίφους, ανακαλύψαμε την ποικιλία των συμβολισμών του, καθώς και την μακραίωνη παράδοση της χρήσης του στη Τεκτονική Τέχνη. Νομίζω αποδεικνύεται ότι από τις απαρχές του Τεκτονισμού, οι βασικές αρχές της παράδοσης μας είναι κοινές, δηλαδή η αλληγορική οπτική  στη χρήση λέξεων, σημείων και συμβόλων.  Άρα συνεπάγεται, ότι οι διάφορες τροποποιήσεις, προσθήκες και διαφορετικές πρακτικές σε τυπικά θα πρέπει να μην μας ξενίζουν, αλλά να αντιμετωπίζονται ως οι λεπτομέρειες που ομορφαίνουν την παράδοση μας, λεπτομέρειες που πιστεύω ότι έχουν ενδιαφέρον να ερευνηθούν. 

 

ζ

ζ

3

X

X

X

X