Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ο Ερανιστής  τ 15 (1978-1979) σ 182-252 Αλκης Αγγέλου Η καθίδρυση του Ελευθέρου Τεκτονισμού στον Νέον Ελληνισμό.

Περί των λεγομένων Φραγμασόνων

            Των Φραγμασόνων τις ηρωτήθη παρ’ ημών. Τι δήποτε, ω ούτος, τα της υμών φαεινής, ως φατε, θρησκείας, υπό τον μόδιον της σιγής κρύπτοντες, ου θριαμβεύετε; είγε το φανερούμενον φως  εστι;

            Φραγμασών. Αλλά το φως φησι, τους μη τας όψεις ερρωμένους σκοτίζει μάλλον ου φωτίζει. Ή ουχί και παρ’ υμίν τα δόγματα της υμετέρας θρησκείας ανέκφορα τετήρηται ουχ όπως τοις ετεροδόξοις, αλλά και αυτοίς έτι τοις εν υμίν αμυήτοις, φημί δη τοις κατηχουμένοις, οπότε ουδέ των μεμυημένων τοις γαλακτοτροφουμένοις παρατίθενται, αλλά τοις δια την έξιν τα αισθητήρια γεγυμνασμένοις, ώσθ’ ικανούς είναι ου μόνον εις διάκρισιν καλού τε και κακού, αλλά και ετέρους διδάσκειν;

            Χριστιανός. Αλλ’ ουχί και τα κηρύγματα, έφην, πορευθέντες γαρ φησιν, εις τον κόσμον άπαντα, κηρύξατε το Ευαγγέλιον πάση τη κτήσει, και ό εις το ους ακούετε, κηρύξατε επί των δωμάτων· κηρύττομεν γουν ημείς, ότι πιστεύομεν εις ένα θεόν πατέρα παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων· και εις ένα κύριον Ιησούν Χριστόν, το υιόν του Θεού τον μονογενή τον εκ του πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων (και τα εξής του συμβόλου).

            Φραγμασών. Και μην και ημείς φησι, κηρύττομεν ως εσμέν του θείου ναού αρχιτέκτονες, είτε’ ουν δομήτορες, ο εστιν οικοδόμοι εις την τούτου οικοδομήν ουδαμόθεν ειργόμενοι, ως ουδ’ ο Σολομών, οικοδομείν τον περίκλυτον εκείνον ναόν του Θεού. Του δε θείου τούτου ναού Φραγμασόνες κατέστησαν, αος μεν, αυτός ο Θεός, βος δε, ο πρωτόπλαστος Αδάμ, και καθεξής σύμπαντες οι εξ εκείνου προπάτορες, μέχρι και αυτού Χριστού και των αυτού Αποστόλων. Εν οις Νώε, Μωσής τε και Σολομών, του ειρημένου θείου ναού και τύπους κατεσκεύασεν, ο μεν λέγω την σωστικήν κιβωτόν, ο δε την σκηνήν του μαρτυρίου, ο δε τον εν Ιεροσολύμοις ως είρηται ναόν. Ου δη χάριν και τα τεκτονικά ταύτα εργαλεία κατέχομεν, του τραχήλου οι ακριβέστεροι εξηρτημένα, κανόνα φημί, κάθετον, σπαρτίον, πηλοχρίστην, το λατινιστί μεν τρουϊέλλα, χυδαϊστί δε μιστρί, ελληνιστί δε ενλοίφιον, και γονήρες περίζωμα. Την δε ευαγγελικήν αγάπην έργω μάλλον και αληθεία προς τε αλλήλους και προς πάντας απλώς πάντα τρόπον επιτηδεύοντες, τα περί των διαφόρων θρησκειών αδιάφορα τιθέμεθα, ως μηδεμιάς τούτων προϊσταμένης είτ’ ουν παρεμποδιζούσης τη προκειμένη ημίν οικοδομή. Τοιούτο μεν δη φησί και το ημέτερον κήρυγμα. Τα δη δόγματα ούμενουν, ουδείς των απανταχού, αλλ’ ος αν έληται κατηχηθήναι μυσταγωγητέος, και ουδέ ούτος αθρόος είτ’ ουν συλλήβδην ξύμπαντα, αλλά κατά βαθμόν αον, βον και γον, τον και τέλειον, καθ’ ένα έκαστον των βαθμών τριετίαν μυούμενος, και περί πράξιν μεν αμαρτήσας, συγγνωστός· δόγμα δε τι εξορχήσασθαι διανοηθείς, πρόστιμον απαραίτητον, απρόοπτον έξει θάνατον. Αλλήλους δε εις εγνωσμένοις μόνοις ημίν συνθήματος, όπη περ αν ώμεν, επιγινώσκομεν.

            Χριστιανός. Ουκούν ουχί τον θεόν, έφην, αλλ’ εαυτούς τε και θρησκειών αδιαφορίαν, ίσον δε ειπείν αθεΐαν κηρύττοντες, πάντα μάλλον ή θεοκήρυκες αν κληθείητε. Ίνα τι δαι, ή και όπως τον τα μυστήρια υμών εξορχούμενον αποκτείνετε, θανάσιμον έγκλημα, κατειπείν αυτού εν δικαστηρίω μη έχοντες; Ου γαρ δη την Πέτρου και Παύλου εξουσίαν και υμείς πλουτείν αν είποιτε· ων ο μεν τους περί τον Ανανίαν και την Σάπφειραν, τω Θεώ ψευσαμένους τω του Κυρίου ξίφει εθανάτωσεν· ο δε δημίω τω Σατανά χρώμενος, πόρνους τε και βλασφήμους και μάγους εξ αυτού επαίδευε, στρεβλούντος τας σάρκας αυτών. Πόθεν; οι ην μεν εκείνοι κατέλυσαν αδιαφορίαν, οικοδομούντες, α δε εκείνοι ωκοδόμησαν τη αδιαφορία καταλύοντες; Αλλ’ ουδέ τον εν νυκτί απροόπτως πατάξαντα δια μεν Μωσέως τα πρωτότοκα Αιγύπτου, δια δε Ησαΐου εκατόν ογδοήκοντα πέντε χιλιάδας εκ της παρεμβολής των Ασσυρίων προχειριείσθε υμείς; πόθεν, οι, ως ο λόγος προϊών δηλώσει, τον Μωσέως και Ησαΐου θεόν μη θρησκεύοντες;

            Φραγμασών. Ουχ ημείς φησιν, αλλ’ ο διάβολος αυτόν αποκτείνει, ο και τον Αδάμ πρότερον, και τον Ιούδαν έσχατον θανατώσας, ανθ’ ων κακείνοι το μυστικόν εξηγόρευσαν, ο μεν αυτώ τούτω τω διαβόλω, ο δε, τοις περί τον Άνναν και Καϊάφαν αρχιερεύσι.

            Χριστιανός. Και μην εκείνων ουδέτερος ή υπό του διαβόλου ή απροόπτως, ή της εξαγορεύσεως ένεκα ή εθανάτωσαν ή έθανον, αλλά μετά την εξαγόρευσιν αυτοί εαυτούς εκόντες έδρασαν άπερ εκάτερος έπαθεν, ουκ αν παθόντες, ει μέχρι της εξαγορεύσεως έστησαν εκάτεροι, και μη ο μεν, και έφαγεν από του απηγορευμένου ξύλου, ο δε, και απέγνω εαυτού. Και γαρ τοις γεννάρχαις ο γενεσιουργός, ουχ η αν ημέρα, είπεν, εξαγορεύσητε, άττα υμίν ενετειλάμην, θανάτω αποθανείσθε, αλλά η αν ημέρα φάγητε από του ξύλου, ου ενετειλάμην υμίν μη φαγείν. Τον γαρ Σολομώντα και τον Απόστολον Παύλον παρήσειν μοι δοκεί, ως εκάτεροι απαγγείλαντες βασιλεύσι και τυράννοις και δικασταίς περάτων γης και απλώς πάσι τοις έθνεσι κεκρυμμένα θεού μυστήρια, ο μεν το της Σοφίας, ο δε τω του Ευαγγελίου, είτ’ ουν το του Χριστού χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένον, ουδέν έπαθον. Τω δε Παύλω ει μη ευηγγελίζετο το του Ευαγγελίου μυστήριον, και ουαί ην. Αλλ’ ουδέ προ χοίρων κατά συγκυρίαν τους μαργαρίτας βάλλοντες ή τοις κυσί τα άγια διδόντες ή υπό του διαβόλου απροόπτως εθανατούντο ή υπό του Ιούδα δίκην χοίρων ή κυνών θρασυστομούντες της εγκοσμίου φιλοσοφίας και κενής απάτης λογομαχίαιας τε και ολιστικαίς ενστάσεσιν έσθ’ όπου ρηγνύμενοι και του ζην παραυτίκα απερρύγνηντο (εικός και γαρ τον σπόρον των εξελθόντων σπείρειν εις πάσαν την γην και εις τα πέρατα της οικουμένης ουχί ξύμπαντα επί την καλήν και αγαθήν γην πίπτειν, αλλά και παρά την οδόν και επί τα πετρώδη και εις τα ακάνθας.) Αλλ’ ερρέθη τυχόν, ως ουχ ως μυστολάκτης, αλλα μάλλον ως επίορκος απεθερίζετο υπό του δραπάνου εκείνου, ό ο προφήτης Ζαχαρίας πετόμενον εώρακεν επί πρόσωπον πάσης της γης και πάντα επίορκον έως θανάτου εκδικούν. Καθ’ ό,τι φρικτοίς, ως φατε, όρκοις καταδεσμείτε τους υμετέρους κρυφιομύστας, ίνα μηδενί μηδέν είπωσιν, ως εωράκασι τε και ετελέσθησαν. Αλλά γαρ της επιορκίας δια της ούσης της μεν καθ’ ην ομνύει τις τω ονόματι Κυρίου επί ψεύδει, τούτο γαρ βούλεται και το, ου λήψη το όνομα Κυρίου του Θεού του επί ματαίω. Της δε, καθ’ ην αθετεί τις, ον ώμοσεν όρκον του Κυρίου. Και γαρ και το μη αποδούναι τω Κυρίω, ας τις ηύξατο ευχάς, ίσον δε ειπείν ους ώμοσεν όρκους, επιορκία εστί. Διττής τοιγαρούν ούσης της επιορκίας, το εναέριον εκείνο δρέπανον κατά των επί ψεύδει ομνυόντων τω ονόματι Κυρίου πετόμενον φαίνεται. Ει δε καπί του αθετούντος, ον ώμοσεν όρκον είη πετόμενον. Πας γαρ φησιν επίορκος εκ τούτου εκδικηθήσεται. Αλλ’ ούτε πάντων των αθετησάντων αψάμενον φαίνεται, ούτε πάντων ων ήψατο, και θανασίμως ή απροόπτως αυτών ήψατο. Ούτε γαρ Δαυίδ επειράθη όλως του δρεπάνου, φεισάμενος του Νάβαλ, ον ου μην αναιρήσειν ώμοσεν· ή θανασίμως, α ώμοσε και έστησε του φυλάξασθαι κρίματα της δικαιοσύνης του Θεού, επί τε Ουρίου και της τούτου γυναικός αθετήσας. Εξ ων γαρ λέγει εν τω 29 ψαλμώ, δοκεί προ της επί Βηρταβέκ ταραχής συνθέσεις αμεταθέτω γνώμη του φυλάξασθαι τα κρίματα του Θεού. Εγώ γάρ φησιν, είπα εν τη ευθηνία μου ου μη σαλευθώ εις τον αιώνα, … απέστρεψας δε το πρόσωπόν σου και εγεννήθην τεταραγμένος. Ούτε όλως Εζεκίας και Ιούλ, αθετήσαντες ο μεν εν τω Βασιλεί Ασσυρίων, ο δε εν τω οίκω Δαβίδ. Δήλον γαρ ως αι την υποφοράν και απλώς αι περί ειρηνικής και αμάχου φιλίας συνθήκαι ενόρκως επιστούντο. Αλλ’ ουδ’ Ιωκείμ τε και Σεδεκίου θανασίμως ήψατο το δρέπανον. Ει γε και τούτων, αναβάντος επ’ αυτούς του Βασιλέως Βαβυλώνος, ανθ’ ων εκάτεροι ηθέτησαν εν αυτώ, ο μεν αναλώτως εκοιμήθη μετά των πατέρων αυτού· ο δε εκτυφλωθείς, εδόθη απαχθείς εις Βαβυλώνα εν οικία μύλωνος έως ημέρας ης απέθανε. Και σιωπώ τους περί τε τον Αντίοχον τον Επιφανή και Βακχίδην τους επί ταις επιορκίαις αυτών ουδέ της σκιάς του επί παν πρόσωπον της γης πετομένου εκείνου δραπάνου πειραθέντας. Ου τούτο δε φημι ότι επί μόνω φοβερισμώ επέτετο το δρέπανον εκείνο, ούτε γαρ το ρήμα Κυρίου, ο αν εξέλθη εκ του στόματος αυτού, κενόν αποστρέφει· ούτε το κρίμα του Θεού εκφεύξονται οι της ανοχής αυτού και της μακροθυμίας καταφρονούντες ή ενταύθα ή μετά ταύτα. Αλλ’ ότι των επιόρκων τοις μεν ουτ’ ανυπερθέτως ούτε θανασίμως απηνέχθη επί το ειρημένον δρέπανον, όσοι δε και έως θανάτου εκ τούτου εξεδικήθησαν, ούτε απροόπτως ούτε ακρίτως εξεθηρήθησαν, αλλά και προφανώς και εκ δικαστικής ψήφου. Τι δ’ αν τις και λέγοι περί ων καθ’ εκάστην ως ειπείν απανταχού γης επιορκούντων, οις εστίλβωσε με την ρομφαίαν εαυτού ο Θεός, και το τόξον αυτού ανέτεινε, και εν αυτώ ητοίμασε βέλη θανάτου, μακρόθυμος δ’ ων ουκ οργήν επάγει καθ’ εκάστην ημέραν. Επειδή τοιγαρούν, ίνα επί το προκείμενον επανέλθωμεν, των μεν τα μυστήρια εξαγορευόντων, ουδείς, των δε επιορκίας θανασίμου μεν, ου πας, απροόπτως δε και ακρίτως ουδέ τούτων τις εξ εκείνου του δραπάνου εκδεδίκησι, οι δε το υμέτερον εξορχήσασθαι μελετήσασθαι μυστήριον, και τα ολέθρια, ως φατε, και απροόπτως ταύτα πανθάνουσι, πανθάνουσι δε ούτε εξ αποστολικής ως δέδεικται εξουσίας, ούτε εκ προφητικής μεσιτείας, οποίον αν είη και το καθ’ υμάς ολέθριν υμών μυστήριον, προϊών ο λόγος, δηλώσει. Αλλ’ ουδ’ ούτω πιθανόν το απροόπτως θανατούσθαι τον εξειπείν ηρημένον τα μυσαρά υμών μυστήρια, ως εκείνο πανάληθες. Κατά γαρ τους του Μάνεντος και υμείς γοητείαις διαφερόντως χρώμενοι εν τη των εναγών υμών μυστηρίων τελετή, την ψυχήν του των μυσαρών οργίων μετειληχότος ταις δαιμονικαίς επωδαίς καταδησμένου, ως μηδέ θάλλοντα δύνασθαι μετατεθήναι εις των ψυχοφθόρων ενεργείας δαιμόνων ή εξειπείν τι, ων ετελέσθη. Τέως δ’ ουν ηδέως αν ακούσαιμι, που ποτε οικοδομείν έχετε, ον φατε θείον ναόν; μη άρα τον του Σολομώντος εν Ιεροσολύμοις οικοδομείν επαγγέλεσθε;

            Φραγμασών. Αλλ’ ουκ αψύχου φησί ναού. Καθ’ ό,τι ουδέ εν χειροποιήτοις ναοίς κατοικεί ο Θεός. Εμψύχου δε μάλλον εσμέν δομήτορες. Υμείς γαρ φησίν εστέ ναός θεού ζώντος κτ.

            Χριστιανός. Τι ουν υμίν βούλονται, α εξήρτησθε τεκτονικά αψύχου οικοδομής εργαλεία, αργούντα εν καιρώ, καθ’ ον ως φατε, της επί Σολομώντος αμάχου τε και αδεούς ευκαιρίας τυγχάνετε;

            Φραγμασών. Τύποι φησίν είναι ταύτα της νοητής ημών οικοδομής. Οιονεί γαρ εξ ύλης και είδους δια πράξεως και θεωρίας οικοδομείται ημίν ο θείος ναός. Ων την μεν πράξιν τα τεκτονικά ταυτί εργαλεία υπαινίττεται, δικαιοσύνην ημίν και σωφροσύνην και την αλλήλους συνδέουσαν και τας των άλλων ενδείας αναπληρούσαν αγάπην προσμαρυτυρούντα, η δε θεωρία εν αδύτοις τοις ήδη μεμυημένοις τεταμίευται.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ………………….

Advertisements