Archive for Νοέμβριος, 2013


2

Advertisements

2

1

Ενας αρχαίος μύθος αναφέρει:

Αφού οι θεοί δημιούργησαν τον κόσμο, φοβήθηκαν ότι ίσως κάποτε ο Ανθρωπος τους επισκιάσει…

Θέλησαν λοιπόν να κρύψουν κάπου το μυστικό της Αθανασίας,

ώστε ο άνθρωπος να μην το βρει ποτέ και να παραμείνει θνητός και αδύναμος…

Ακούστηκαν πολλές απόψεις…

Η πιο σοφή ήταν να το κρύψουν μέσα στην καρδιά του Ανθρώπου γιατί εκεί δεν θα σκεπτόταν να ψάξει ποτε…

Ετσι και έγινε.

Εκτοτε ο Ανθρωπος αναζητα το κλειδί της αθανασίας οπουδήποτε αλλού εκτός από μέσα του…

 

 

Οι άνθρωποι – ο καθένας ως άτομο αλλά και όλοι μαζί ως κοινότητα – έχουν, σχεδόν όλοι τους, κάποιον σκοπό,  που θέλοντας να τον πραγματοποιήσουν επιλέγουν ή αποφεύγουν ορισμένα πράγματα. Για να το πούμε με δυο λόγια, ο σκοπός αυτός είναι η ευδαιμονία και τα μέρη της. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν – έτσι, για να δώσουμε ένα παράδειγμα – να δώσουμε έναν γενικό ορισμό της ευδαιμονίας και των συστατικών της μερών·  γιατί όλες οι προτροπές και όλες οι αποτροπές έχουν να κάνουν με την ευδαιμονία και με ό, τι συμβάλλει σ’ αυτήν ή εναντιώνεται σ’ αυτήν. Γιατί από τη μια πρέπει να κάνουμε καθετί που πραγματώνει την ευδαιμονία ή κάποιο από τα μέρη της, ή καθετί που την αυξάνει, και από την άλλη να μην κάνουμε καθετί που την καταστρέφει, την παρεμποδίζει ή επιφέρει το αντίθετό της.

 

Ας δεχτούμε λοιπόν ότι η ευδαιμονία είναι η συνδυασμένη με την αρετή ευτυχία, ή η αυτάρκεια στη ζωή,  ή η πιο ευχάριστη, συνδυασμένη με ασφάλεια, ζωή, ή η αφθονία κτημάτων και προσωπικού συνδυασμένη με την ικανότητα να τα προστατεύει και να τα χρησιμοποιεί: όλοι σχεδόν οι άνθρωποι συμφωνούν ότι η ευδαιμονία είναι ένα ή περισσότερα από αυτά τα πράγματα.

 

Αν λοιπόν η ευδαιμονία είναι κάτι τέτοιο, δεν μπορεί παρά μέρη της να είναι  η ευγένεια της καταγωγής, ο μεγάλος αριθμός φίλων, οι καλοί φίλοι, ο πλούτος, τα καλά παιδιά, τα πολλά παιδιά, τα καλά γηρατειά· επίσης τα σωματικά χαρίσματα (π.χ. υγεία, ομορφιά, δύναμη, παράστημα, αθλητικές επιδόσεις), το καλό όνομα, οι τιμές, η καλή τύχη, η αρετή [ή και τα μέρη της: φρόνηση, ανδρεία, δικαιοσύνη, εγκράτεια]. Πραγματικά, τότε μόνο θα μπορούσε κανείς να είναι απολύτως αυτάρκης,  αν διέθετε και τα εσωτερικά και τα εξωτερικά αγαθά ― άλλα, βέβαια, πέρα από αυτά δεν υπάρχουν. «Εσωτερικά» αγαθά είναι όσα σχετίζονται με την ψυχή και το σώμα, ενώ «εξωτερικά» είναι η ευγένεια της καταγωγής, οι φίλοι, ο πλούτος, οι τιμές. Επιπλέον, θεωρούμε ότι καλό είναι να διαθέτει κανείς ικανότητες που του εξασφαλίζουν δύναμη, καθώς και καλή τύχη· γιατί τότε η ζωή είναι πράγματι απολύτως ασφαλής.  Ας δώσουμε λοιπόν τώρα με τον ίδιο τρόπο τον ορισμό του καθενός από αυτά.

 

Ευγένεια καταγωγής στην περίπτωση ενός λαού ή μιας πόλης είναι οι πολίτες να είναι αυτόχθονες ή από πολύ παλιά εγκαταστημένοι σ’ αυτόν τον τόπο· ακόμη οι πρώτοι ηγεμόνες τους να ήταν διακεκριμένοι άνδρες, από τους οποίους να γεννήθηκαν επίσης πολλοί διάσημοι για αξιοζήλευτα πράγματα άνδρες. Σε ένα άτομο η ευγένεια ξεκινάει είτε από την πλευρά του πατέρα είτε από την πλευρά της μητέρας,  και πρέπει να υπάρχει γνησιότητα και από τις δύο πλευρές· επίσης, όπως στην περίπτωση της πόλης, οι παλαιότεροι πρόγονοι να είχαν διακριθεί στην αρετή, στον πλούτο ή σε κάτι άλλο από αυτά που τιμούν οι άνθρωποι, και ακόμη να προήλθαν από την ίδια γενιά πολλά επιφανή άτομα, άντρες και γυναίκες, νέοι και γέροι.

 

Η ευτεκνία και η πολυτεκνία είναι ολοφάνερα πράγματα. Για την πόλη έχουν το νόημα μιας νεολαίας πολυάριθμης και καλής – καλής σε ό, τι αφορά στα σωματικά προσόντα, π.χ. στο παράστημα, στην ομορφιά, στη δύναμη, στις αθλητικές επιδόσεις· ψυχικές αρετές του νέου είναι η εγκράτεια και η ανδρεία. Στο επίπεδο των ατόμων ευτεκνία και πολυτεκνία είναι να έχει κανείς πολλά αυτού του είδους δικά του παιδιά,  αγόρια και κορίτσια. Για τα κορίτσια σωματικές αρετές είναι η ομορφιά και το παράστημα· ψυχικές αρετές είναι η εγκράτεια και η φιλεργία, δίχως δουλικότητα. Και στα δύο επίπεδα, των ατόμων και της πόλης, πρέπει να επιδιώκεται να υπάρχει η καθεμιά από τις ιδιότητες αυτές και στους άντρες και στις γυναίκες· γιατί όπου,  στη Λακεδαίμονα π.χ., τα πράγματα τα σχετικά με τις γυναίκες είναι κατώτερης στάθμης, οι άνθρωποι αυτοί ευδαιμονούν μόνο κατά το ήμισυ.

 

Στοιχεία πλούτου είναι τα πολλά χρήματα, τα πολλά ακίνητα, η κατοχή καλλιεργήσιμων εκτάσεων αξιοσημείωτων από την πλευρά του αριθμού, του μεγέθους και της ομορφιάς τους· επίσης η κατοχή δούλων και κοπαδιών αξιοσημείωτων από την πλευρά του αριθμού και της ομορφιάς τους  ― και όλα αυτά να ανήκουν προσωπικά στο συγκεκριμένο άτομο, να είναι ασφαλή, να τα μεταχειρίζεται με τρόπο που ταιριάζει σε έναν ελεύθερο άνθρωπο και να είναι χρήσιμα. Χρήσιμα είναι κυρίως αυτά που αποδίδουν καρπούς, ενώ ταιριαστά σε έναν ελεύθερο άνθρωπο είναι αυτά που του προσφέρουν απόλαυση. Με το «αποδίδουν καρπούς» θέλω να πω: φέρνουν εισόδημα, ενώ με το «προσφέρουν απόλαυση» εννοώ αυτά από τα οποία τίποτε το αξιόλογο δεν έχει να κερδίσει κανείς πέρα από τη χρήση τους. Η ασφάλεια ορίζεται  ως η κατοχή της περιουσίας σε τέτοιο τόπο και με τέτοιον τρόπο ώστε η χρήση της να είναι στα χέρια μόνο του κατόχου της. Όταν, πάλι, λέω «η περιουσία να ανήκει προσωπικά στο συγκεκριμένο άτομο», εννοώ ο κάτοχός της να έχει το δικαίωμα να την απαλλοτριώσει· με την «απαλλοτρίωση» εννοώ να χαρίσει την περιουσία του ή να την πουλήσει. Γενικά ο πλούτος συνίσταται πιο πολύ στη χρήση παρά στην κατοχή· γιατί πλούτος είναι η πραγμάτωση των δυνατοτήτων που προσφέρουν αυτού του είδους τα αγαθά, δηλαδή η χρήση τους.

 

 Το καλό όνομα συνίσταται στο να θεωρείται το άτομο αξιόλογο από όλους, ή το να έχει αυτό που όλοι οι άνθρωποι ή οι περισσότεροι ή οι καλοί ή οι φρόνιμοι επιθυμούν να έχουν.

 

Οι τιμές που δέχεται κανείς είναι σημάδι του καλού ονόματος που έχει ότι κάνει το καλό. Τιμώνται κατά κύριο λόγο ―δικαίως― αυτοί που έχουν ήδη κάνει το καλό· τιμάται, ωστόσο, και αυτός που έχει τη δυνατότητα να το κάνει.  Λέγοντας «κάνω το καλό» αναφερόμαστε είτε στην προσωπική ασφάλεια και σε όσα διασφαλίζουν τη ζωή, είτε στον πλούτο, είτε σε κάποιο άλλο αγαθό, που η απόκτησή του δεν είναι εύκολη ή εν γένει ή σ’ έναν συγκεκριμένο τόπο ή σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή· πολλοί, πράγματι, κερδίζουν τιμές για ασήμαντες ευεργεσίες, η αιτία όμως είναι ο τόπος και η περίσταση. Επιμέρους εκδηλώσεις τιμής είναι οι θυσίες, οι έμμετρες ή πεζές αναμνηστικές επιγραφές,  τα προνόμια, οι παραχωρήσεις γης, οι πρωτοκαθεδρίες, οι δημόσιες ταφές, τα αγάλματα, η δημόσια σίτιση, οι βαρβαρικές συνήθειες όπως η προσκύνηση, η παραχώρηση θέσης, η παραχώρηση προτεραιότητας· τέλος τα δώρα που θεωρούνται πολύτιμα και τιμητικά στην κάθε επιμέρους κοινωνία. Πραγματικά, το δώρο είναι μια παροχή και την ίδια στιγμή σημάδι τιμής· αυτός είναι και ο λόγος που τα επιθυμούν και οι φίλοι των χρημάτων και οι φίλοι των τιμών· γιατί έχει μέσα του και για τους δύο αυτό που ο καθένας τους επιθυμεί: είναι ένα απόκτημα ―κάτι που το επιθυμούν οι φιλοχρήματοι― και μια τιμή ― κάτι που το επιθυμούν οι φίλοι των τιμών.

 

Σωματικό χάρισμα είναι η υγεία, με το νόημα να μπορεί κανείς, δίχως να αρρωσταίνει, να χρησιμοποιεί το σώμα του· γιατί πολλοί είναι υγιείς με τον τρόπο που λένε πως ήταν ο Ηρόδικος,  που όμως κανείς δεν θα τους καλοτύχιζε για την υγεία τους, αφού ήταν απαραίτητος όρος η αποχή από όλες ή από τις περισσότερες ανθρώπινες απολαύσεις. Η ομορφιά είναι κάτι το διαφορετικό από ηλικία σε ηλικία: Η ομορφιά του νέου συνίσταται στο να έχει το σώμα του ικανό για όλους τους κόπους, τόσο για τους κόπους των αγώνων δρόμου όσο και για τους κόπους των αθλημάτων που απαιτούν δύναμη και ορμή, και ακόμη να προσφέρει στα μάτια των άλλων την απόλαυση ενός ευχάριστου θεάματος  (γι’ αυτό και οι αθλητές του πένταθλου είναι πολύ όμορφοι, επειδή είναι από τη φύση τους εφοδιασμένοι με δύναμη και ταχύτητα). Η ομορφιά του ώριμου άντρα συνίσταται στην αντοχή στις κακουχίες του πολέμου και μαζί στο να θεωρείται ευχάριστος στην όψη, εμπνέοντας όμως συγχρόνως και φόβο. Η ομορφιά του γέρου συνίσταται στην ικανότητά του να αντέχει στους απαραίτητους κόπους δίχως να προκαλεί λύπες και στενοχώριες στον εαυτό του και στους άλλους, όντας απαλλαγμένος από καθετί δυσάρεστο που συνοδεύει τα γηρατειά.  Σωματική δύναμη είναι το να μπορεί κανείς να μετακινεί κάτι όπως θέλει: υποχρεωτικά το μετακινεί ή τραβώντας το ή σπρώχνοντάς το ή σηκώνοντάς το ψηλά ή πιέζοντάς το ή σφίγγοντάς το· επομένως σωματικά δυνατός είναι αυτός που μπορεί να κάνει ή όλα αυτά ή μερικά από αυτά. Εξαιρετικό παράστημα θα πει να ξεπερνάει κανείς τους πολλούς στο ύψος, στον όγκο και στο φάρδος, σε τέτοιο όμως βαθμό  ώστε οι κινήσεις του σώματος να μη γίνονται βραδύτερες από την υπερβολή αυτών των χαρακτηριστικών. Η ικανότητα του σώματος για αθλητικές επιδόσεις είναι ένας συνδυασμός μεγέθους και δύναμης (ο ταχύς είναι, στην πραγματικότητα, δυνατός): αυτός που μπορεί να εξακοντίζει με έναν ορισμένο τρόπο τα σκέλη του, να τα κουνάει γρήγορα και με μεγάλους διασκελισμούς, είναι καλός στο τρέξιμο· αυτός που μπορεί να σφίγγει και να συγκρατεί, είναι καλός στην πάλη·  αυτός που μπορεί να απωθεί με χτυπήματα, είναι καλός στην πυγμαχία· αυτός που μπορεί να κάνει και τα δύο αυτά, είναι καλός στο παγκράτιο, ενώ αυτός που μπορεί να τα κάνει όλα, είναι καλός στο πένταθλο. Καλά γηρατειά είναι αυτά που έρχονται με αργό ρυθμό, δίχως λύπες και στενοχώριες· δεν έχει πράγματι καλά γεράματα ούτε αυτός που γερνάει γρήγορα ούτε αυτός που γερνάει μεν σιγά σιγά, με λύπες όμως και με στενοχώριες. Το πράγμα εξαρτάται, επίσης, από τα σωματικά χαρίσματα και από την καλή τύχη· γιατί αν δεν είναι κανείς απαλλαγμένος από αρρώστιες  και αν δεν είναι σωματικά δυνατός, δεν γίνεται να μην υποφέρει· και, πάλι, δίχως καλή τύχη δεν θα μπορέσει να ζήσει για πολλά χρόνια χωρίς τα βάσανα των γηρατειών. Πέρα όμως από την υγεία και τη σωματική δύναμη υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο που οδηγεί στη μακροβιότητα· πολλοί, πράγματι, είναι μακρόβιοι και δίχως να έχουν τα σωματικά αυτά χαρίσματα, η λεπτομερειακή όμως συζήτηση αυτού του θέματος δεν έχει αυτή τη στιγμή κανένα νόημα.

 

 Η πολυφιλία και η χρηστοφιλία εύκολα γίνονται αντιληπτές, αν ορισθεί ο φίλος: Φίλος είναι το πρόσωπο που εργάζεται για να εξασφαλίσει σε κάποιον άλλον ό,τι θεωρεί πως είναι καλό γι’ αυτόν. Όποιος λοιπόν έχει πολλούς ανθρώπους που δείχνουν τέτοια διάθεση απέναντί του, αυτός είναι πολύφιλος· αν αυτοί είναι και χρηστοί άνθρωποι, τότε είναι χρηστόφιλος.

 

Καλή τύχη είναι να αποκτά κανείς και να έχει ή όλα ή τα πιο πολλά ή τα σημαντικότερα από τα αγαθά που οφείλονται στην τύχη. Η τύχη είναι αιτία μερικών αγαθών που μπορούν να παράγονται και από τις τέχνες, και πολλών όμως άλλων που δεν έχουν καμία σχέση με τις τέχνες, όπως π.χ. αυτών που η αρχή τους βρίσκεται στη φύση (δεν αποκλείεται, ωστόσο, η τύχη να είναι και αντίθετη προς τη φύση): αιτία της υγείας είναι η τέχνη,  της ομορφιάς και του παραστήματος η φύση. Γενικά στην τύχη οφείλονται τα αγαθά που προκαλούν τον φθόνο. Η τύχη είναι επίσης η αιτία αγαθών που είναι πέρα από κάθε λογική προσδοκία, όπως π.χ. όταν όλα τα αδέρφια είναι άσχημα και μόνο ένα είναι όμορφο, ή οι άλλοι δεν είδαν τον θησαυρό, ενώ αυτός τον βρήκε, ή αν το βέλος πέτυχε τον διπλανό του και όχι αυτόν,  ή αν κάποιος που σύχναζε σε ορισμένο μέρος ήταν ο μόνος που δεν πήγε εκεί, ενώ αυτοί που πήγαν εκεί για πρώτη φορά, βρήκαν τον θάνατο: όλα αυτά μοιάζουν να είναι παραδείγματα καλής τύχης.

 

Όσο για την αρετή, επειδή αυτή είναι ο στενότερα δεμένος με τις διάφορες μορφές επαίνου τόπος, θα δώσουμε τον ορισμό της, όταν θα μιλήσουμε για τον έπαινο.

 

 

Αριστοτέλης, Ρητορική, Βιβλίο Πρώτο. Μτφρ. Δ. Λυπουρλής, εκδόσεις Ζήτρος 2002.

 

 

Όμως σε κάθε θέμα το σπουδαιότερο είναι να αρχίζει κανείς από τη σωστή αφετηρία. Πρόκειται να αναφερθούμε στην εικόνα και στο υπόδειγμά της και πρέπει να διευκρινίσουμε το εξής: οι προτάσεις που θα διατυπώσουμε για να τα εξηγήσουμε θα είναι της ίδιας τάξης με αυτά που τείνουν να εξηγήσουν. Οι προτάσεις λοιπόν που αναφέρονται σε αυτό που είναι σταθερό, βέβαιο και προσιτό στη νόηση θα είναι και αυτές σταθερές και ακλόνητες ― αφού βέβαια αποδεχόμαστε ότι υπάρχουν προτάσεις αδιάψευστες και ανίκητες, πρέπει να αποδεχθούμε και ότι δεν θα τους λείπει τίποτε. Ενώ οι προτάσεις που αναφέρονται στην απεικόνιση του υποδείγματος, καθώς αναφέρονται σε μια εικόνα, θα είναι σε σχέση με τις προηγούμενες απλώς εύλογες. Η σχέση του είναι προς το γίγνεσθαι είναι ανάλογη με τη σχέση της αλήθειας προς τη γνώμη. Αν λοιπόν, Σωκράτη, δεν καταφέρουμε να διατυπώσουμε απολύτως συνεπείς από κάθε πλευρά και ακριβείς συλλογισμούς για πολλά και ποικίλα ζητήματα ―για τους θεούς και τη γέννηση του σύμπαντος―, μην εκπλαγείς. Μάλλον πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι αν καταλήξουμε στις πιο εύλογες εξηγήσεις, όταν αναλογιστούμε ότι τόσο εγώ που μιλώ όσο κι εσείς που κρίνετε έχουμε ανθρώπινη φύση· συνεπώς, πρέπει να αποδεχόμαστε για όλα αυτά την εύλογη εξιστόρηση και να μην επιδιώκουμε τίποτε περισσότερο.

 

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Θαυμάσια, Τίμαιε. Αποδεχόμαστε πλήρως τα όσα λες. Αφού λοιπόν δεχθήκαμε ευχαρίστως την εισαγωγή σου είναι καιρός να περάσεις στο κυρίως θέμα.

 

ΤΙΜΑΙΟΣ: Ας δούμε λοιπόν για ποια αιτία ο Δημιουργός συνέθεσε το γίγνεσθαι και όλο αυτό το σύμπαν. Ήταν αγαθός, και στον αγαθό δεν γεννιέται ποτέ κανένας φθόνος για οτιδήποτε. Καθώς λοιπόν δεν είχε φθόνο, θέλησε να γίνουν τα πάντα όσο το δυνατόν παρόμοια με τον ίδιο. Αυτή είναι η πιο έγκυρη αρχή για το γίγνεσθαι και τον κόσμο που μπορεί κανείς να αποδεχθεί, αν συμβουλευθεί ανθρώπους με φρόνηση, θέλοντας επομένως ο Θεός να είναι τα πάντα αγαθά και να μην υπάρχει κατά το δυνατόν τίποτε ατελές, παρέλαβε όλα όσα ήταν ορατά ―και βρίσκονταν όχι σε ηρεμία αλλά σε άρρυθμη και άτακτη κίνηση― και τα έφερε από την αταξία στην τάξη, θεωρώντας ότι η τάξη είναι από κάθε πλευρά καλύτερη.

 

Στον άριστο δεν ήταν ούτε είναι επιτρεπτό να κάνει τίποτε άλλο από το κάλλιστο. Αφού λοιπόν συλλογίστηκε, αντιλήφθηκε ότι, στη φυσική τάξη των ορατών πραγμάτων, δεν θα μπορούσε ποτέ να προκύψει ένα σύνολο χωρίς νου που να είναι ωραιότερο από ένα σύνολο με νου· από την άλλη, νους χωρίς ψυχή είναι αδύνατον να υπάρξει. Αποφάσισε λοιπόν να συνθέσει το σύμπαν τοποθετώντας νου στην ψυχή και ψυχή στο σώμα, με την πεποίθηση ότι το έργο του θα ήταν το ωραιότερο και το καλύτερο στη φύση. Ακολουθώντας την εύλογη υπόθεση πρέπει επομένως να πούμε ότι αυτός ο κόσμος είναι έμβιο ον, προικισμένο με ψυχή και νου· και η αλήθεια είναι ότι γεννήθηκε από την πρόνοια του Θεού.

 

Αν το δεχθούμε αυτό, πρέπει να απαντήσουμε στο ερώτημα που ακολουθεί: με ποιο από τα Έμβια Όντα θέλησε ο Δημιουργός να εξομοιώσει τον κόσμο; Θα αποκλείσουμε οπωσδήποτε όσα αποτελούν μέρη ενός όλου ― γιατί από ένα ατελές υπόδειγμα δεν θα προέκυπτε ποτέ κάτι ωραίο. Άρα πρέπει να θεωρήσουμε ότι ο κόσμος προσομοιάζει με εκείνο το Έμβιο Ον, μέρη του οποίου είναι τα άλλα Έμβια Όντα, είτε εκληφθούν ένα προς ένα είτε κατά γένη. Γιατί το υπόδειγμα θα περιλαμβάνει το σύνολο των νοητών Εμβίων όντων, όπως ακριβώς ο υπαρκτός κόσμος περιέχει εμάς και όλα τα άλλα ορατά πλάσματα. Ο Θεός λοιπόν, θέλοντας να εξομοιώσει το δημιούργημά του με το ωραιότερο νοητό, την πληρέστερη από κάθε πλευρά οντότητα, συνέθεσε ένα ορατό έμβιο ον που περιλαμβάνει στο εσωτερικό του όλα τα έμβια όντα της ίδιας φυσικής τάξης.

 

Είχαμε όμως δίκιο όταν κάναμε λόγο για έναν ουρανό ή μήπως θα ήταν πιο σωστό να μιλήσουμε για πολλούς και άπειρους; Ο ουρανός είναι όντως ένας, αφού έχει πλαστεί σύμφωνα με το υπόδειγμα. Γιατί αυτό που περιέχει το σύνολο των νοητών εμβίων όντων δεν θα μπορούσε ποτέ να αποτελεί μέλος μιας δυάδας· στην περίπτωση αυτή, εκτός από τα δύο θα υπήρχε κατ’ ανάγκην και ένα τρίτο, μέρη του οποίου θα ήταν τα δύο πρώτα, οπότε πιο σωστό θα ήταν να πούμε ότι ο κόσμος μας προσομοιάζει προς εκείνο το τρίτο που περιέχει τα πάντα και όχι προς τα άλλα δύο. Αν θέλουμε επομένως αυτός ο κόσμος να είναι όμοιος ως προς τη μοναδικότητα με το τέλειο Έμβιο Ον, πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο Δημιουργός δεν έφτιαξε ούτε δύο ούτε άπειρους κόσμους· ο ουρανός έγινε, είναι και θα συνεχίσει να είναι ένας και μονογενής.

 

Μτφρ. Β. Κάλφας. 1995.  Πλάτων. Τίμαιος.Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια. Αθήνα 1995, Πόλις.

calvin

Του Απόστολου Διαμαντή

Όταν ο Μαξ Βέμπερ και ο Ρίτσαρντ Τώουνυ δημοσίευσαν τα έργα τους για τον προτεσταντισμό, η σχετική συζήτηση για την αμερικανική ιδεολογία μπήκε σε εντελώς άλλο δρόμο: αναδείχθηκε για μια ακόμη φορά, η θεολογική βάση του δυτικού πολιτισμού και κυρίως εμπλουτίστηκε η ιστορική ερμηνεία με νέα εργαλεία, αυτή τη φορά από το χώρο των νοοτροπιών. Πρώτα ο Μαξ Βέμπερ δημοσιεύει το κλασικό πλέον έργο του «Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού»,  σε γερμανικά περιοδικά το 1904-1905 και στη συνέχεια ο Ρίτσαρντ Τώουνυ, το 1926, το παρεμφερές  «Η χριστιανική θρησκεία και η άνοδος του καπιταλισμού».

Και τα δύο σχετικοποιούν την μαρξιστική πεποίθηση για την εξάρτηση των ιδεών από το πεδίο της οικονομίας και αναδεικνύουν την αυτοτελή σημασία των ιδεών, της ιστορικής συνείδησης και των νοοτροπιών. Έτσι, απαντώντας στον Μαρξ κυρίως, οι Βέμπερ και Τώοουνυ συνέδεσαν την καπιταλιστική εποχή με την επικράτηση της προτεσταντικής ηθικής στον αγγλοσαξωνικό κόσμο.

Ας συνοψίσουμε τις ιστορικές ιδιαιτερότητες του προτεσταντισμού- τι νέο δηλαδή έφερε στο προσκήνιο της ιστορίας- και τα βασικά σημεία της νέας προτεσταντικής ηθικής. Βεβαίως, δεν υπάρχει ένας και μόνος προτεσταντισμός, αλλά πολλές διαφορετικές εκδοχές του: Λουθηρανισμός, καλβινισμός, αγγλικανοί, ευαγγελικοί, βαπτιστές και πολλές άλλες ομάδες που προκύπτουν κυρίως από το γεγονός ότι οι προτεστάντες δεν έχουν ένα κεντρικό εκκλησιαστικό όργανο, μια εκκλησιαστική ιεραρχία δηλαδή, όπως οι καθολικοί και οι ορθόδοξοι. Οπότε κάθε προτεσταντική εκκλησία κουβαλάει τα ιδιαίτερα δικά της ιστορικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο, μπορούμε να σταθούμε στις γενικές γραμμές της προτεσταντικής πίστης, στις σταθερές της δηλαδή. Αυτές εξάλλου θεμελιώνουν και την ιδιαίτερη σύνδεση αυτού του θεολογικού κινήματος με την νεωτερική εποχή του κεφαλαίου.

Οι καλβινιστές, οι πουριτανοί, οι λουθηρανοί, οι Ουγενότοι και όλοι γενικώς οι προτεστάντες, αποφάσισαν να ζήσουν απλά μέσα στην εκκλησία τους, αλλά αυστηρά όσον αφορά τη στάση ζωής τους απέναντι στα ιερά κείμενα. Κατήργησαν τα περισσότερα λατρευτικά τυπικά, τα μυστήρια και απαίτησαν απόλυτη προσήλωση στο ευαγγέλιο. Aπέρριψαν δηλαδή όλα τα τυπικά της Λατρείας, την παράδοση της εκκλησίας και των Πατέρων, όσα είχαν προκύψει από την συνολική ιστορία του χριστιανισμού και κράτησαν μόνο τη Bίβλο για οδηγό. 

Οι προτεστάντες, αρνούμενοι την υπαγωγή της συνείδησης σε μια αυστηρή παπική ιεραρχία, ουσιαστικά απαίτησαν την θρησκευτική ατομικότητα. Αρνούμενοι τον κοινοβιακό μοναχισμό, στράφηκαν προς τον εσωτερικό κόσμο του πιστού. Δηλαδή στο άτομο. Επομένως οι προτεστάντες θεμελιώνουν στο χώρο της θεολογίας την ατομικότητα, υπερβαίνοντας την λογική της ενορίας και της εκκλησιαστικής κοινότητας. Προέχει πάντα για τους προτεστάντες η ατομική μας συνείδηση, η πίστη. Η θρησκεία γίνεται έτσι μια εντελώς προσωπική υπόθεση.

 

Οι προτεστάντες συνέδεσαν το παρόν, την καθημερινότητά τους, με την πίστη. Ο προτεσταντισμός ανέλαβε αυτόν ακριβώς το ρόλο: να τοποθετήσει στο κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής το υποκείμενο, το άτομο, σε όλες τους τις κοσμικές εκδηλώσεις. Ο Mαρτίνος Λούθηρος, ο Ούλριχ Σβίγγλιος και ο Iωάννης Kαλβίνος, ιδίως ο τελευταίος, κωδικοποίησαν μια νέα ηθική. H ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στην προτεραιότητα που δίνει ο προτεσταντισμός σε ό,τι ονομάζεται πραγματική ζωή: η θρησκεία δεν νοείται, παρά μόνον στην αδιαμεσολάβητη σχέση της με τη ζωή- πρακτικά πρέπει να φαίνεται αυτό που πιστεύεις. Ήταν δηλαδή η απαραίτητη μεταστροφή, για να εδραιωθεί ο σύγχρονος κόσμος των ατομικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. 

Αρνούμενοι την απόλυτη παπική εξουσία πάνω στις τοπικές εκκλησίες, οι προτεστάντες, με επικεφαλής τον Λούθηρο, απαίτησαν την εθνικοποίηση των εκκλησιών. Απαίτησαν επίσης λειτουργίες όχι στα λατινικά, αλλά στις εθνικές γλώσσες. Με λίγα λόγια, αρνήθηκαν τα οικουμενικά χαρακτηριστικά του παπισμού, τα οποία είχαν ταυτιστεί με την αυτοκρατορική λογική. Και επομένως πρωτοστάτησαν στα εθνικά κινήματα από τον 17ο αιώνα και μετά. Δεν είναι τυχαία η σύνδεση του Διαφωτισμού- που εισάγει την εποχή των εθνών και του εθνικισμού- με τον προτεσταντισμό. Οι διαφωτιστές φιλόσοφοι είναι σχεδόν στο σύνολό τους έχθροί του καθολικισμού και φιλικοί με τον προτεσταντισμό. Επομένως υπάρχει άμεση σύνδεση ανάμεσα στον προτεσταντισμό και την εδραίωση των ευρωπαϊκών εθνικών κρατών.

Για τους προτεστάντες ο άνθρωπος δεν θα σωθεί από τα έργα του και την ηθική του συμπεριφορά, αλλά από την πίστη του στον Ιησού Χριστό. Αυτή είναι η κεντρική πρόταση του Μαρτίνου Λούθηρου και γενικώς του προτεσταντισμού. Η εχθρότητα του Λούθηρου απέναντι στην επικρατούσα χριστιανική ηθική, συνοδεύτηκε και από την εχθρότητά το απέναντι στον λεγόμενο «νομικισμό» της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας. Έτσι ο χριστιανός απελευθερώνεται από την υποχρέωση υπακοής σε κάθε νόμο, εκτός από τον νόμο του Χριστού, που όμως είναι μέσα του, ένας νόμος εσωτερικός και υποκειμενικός. Ο χριστιανός νοιώθει ελεύθερος απέναντι σε όλους τους νόμους και γίνεται κύριος του εαυτού του. Αυτή ακριβώς είναι η πιο σοβαρή νεωτερική διάσταση του λουθηρανισμού, η προβολή της ελεύθερης υποκειμενικότητας, αυτό που ο Λούθηρος ονόμασε «χριστιανική ελευθερία». 

Ο χριστιανός είναι μεν ελεύθερος στο πλαίσιο της χριστιανικής ζωής, αλλά εκτός από το βασίλειο του Χριστού υπάρχει και το επίγειο βασίλειο, στο οποίο οι άνθρωποι, βυθισμένοι στην αμαρτία, υποχρεώνονται να υπακούν σε όλους τους κανόνες συμπεριφοράς που επιτάσσει η Αγία Γραφή. Για τον Λούθηρο η ανθρώπινη φύση είναι βαθιά διεφθαρμένη και ο ίδιος περιφρονεί τον ανθρώπινο λόγο και τη φύση. Η αμαρτία και η αποφυγή της γίνεται λοιπόν ο άξονας της προτεσταντικής ηθικής, η οποία κινείται ανάμεσα στις έννοιες «καλό» και «κακό». Η προτεσταντική ηθική με τον Λούθηρο βρίσκεται στον αντίποδα της αριστοτελικής ηθικής των αρετών και του ενάρετου βίου, θεωρεί τον ίδιο τον Αριστοτέλη άλλωστε ως «προπύργιο των παπιστών» και «την ηθική του ως τον μεγαλύτερο εχθρό της χάρης», καθώς είναι η ηθική που ενσωμάτωσε πλήρως η σχολαστική θεολογία του μεσαίωνα.

Η χριστιανική ηθική και η ηθική της Αγίας Γραφής είναι αυτή που οδήγησε και τον Καλβίνο στην ίδια αποδοχή, ότι δηλαδή η σωτηρία του ανθρώπου δεν θα προέλθει από τα έργα του αλλά από την χάρη που απευθύνει ο Θεός στους  «εκλεκτούς» του με βάση τη διδασκαλία του προορισμού. Δεν πρόκειται λοιπόν για μια ηθική που αφορά όλους τους ανθρώπους, αλλά τους πιστούς. Αυτοί που θα καταφέρουν να αποκτήσουν την θεία χάρη και επομένως τον προορισμό της σωτηρίας. 

Ο Καλβίνος και ο Λούθηρος δεν δέχονται την «φυσική ηθική» των αρετών, ούτε τη σύγκλιση της χριστιανικής με την κοσμική ηθική, με συνέπεια η καλβινιστική ηθική να ρυθμίζει πλέον με χριστιανικούς νόμους όλες τις πράξεις της εγκόσμιας ζωής, σε μια προσπάθεια απόλυτου εκχριστιανισμού του συνόλου της ζωής, στις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις των ανθρώπων. Αυτός όμως ο εκχριστιανισμός συνοδεύεται από την πλήρη απελευθέρωση από τα θρησκευτικά καθήκοντα της καθολικής εκκλησίας, στο όνομα της «χριστιανικής ελευθερίας». Επομένως πρόκειται για μια εκκοσμίκευση του χριστιανισμού. Αυτός ο εκκοσμικευμένος χριστιανισμός είναι που καλύπτει όλες τις πλευρές της ζωής του ατόμου- όχι η συμμετοχή του στα μυστήρια της εκκλησίας.

Η πρακτική του ασκητισμού του Καλβίνου και οι αρνήσεις του απέναντι στην εκκλησία δεν ήταν τίποτε άλλο από μια επίθεση στην αρχαία ηθική, η οποία μέχρι τέλους παρέμεινε εμπόδιο στην εργασία και τον πλουτισμό. Η διδασκαλία του Καλβίνου λοιπόν άφησε ανοιχτή την πόρτα στον δανεισμό, διευκολύνοντας την εμπορική δραστηριότητα, η οποία επί αιώνες υφίστατο την απαγόρευση του τόκου, εκ μέρους της καθολικής εκκλησίας (αν και σ’ αυτό το σημείο και ο Λούθηρος συνέχιζε την παράδοση αυτή, την απαγόρευση του τόκου). Κηρύσσοντας σε όλους την ανάγκη της εργασίας- αφού ο Θεός προόρισε τον άνθρωπο «να ζει με τον ιδρώτα του προσώπου του» και ευλόγησε την εργασία, την ευημερία και την απόκτηση των υλικών αγαθών, δηλαδή τη γεωργία, το εμπόριο, τα συμβόλαια κλπ.- ο Καλβίνος διετύπωσε και ηθικές εντολές για όλες τις πλευρές της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.

Η καλβινιστική ηθική, η οποία είναι η κύρια πλευρά της προτεσταντικής ηθικής συνολικά, είναι μια ηθική υπακοής στις επιταγές του Θεού, οι οποίες νοούνται ως υπακοή στις εντολές της Βίβλου. Η παράδοση του εξελληνισμένου χριστιανισμού παρακάμπτεται. Ουσιαστικά ο προτεσταντισμός προκαλεί μια επιστροφή στην ιουδαϊκή ηθική των εντολών και όχι σε μια ηθική ως έργο του ανθρώπινου λόγου, που είχε επεξεργαστεί η πατερική θεολογία, επηρεασμένη από την κλασική ελληνική φιλοσοφία.

Αντίφωνο

Εκείνος, ο οποίος μια γενεά αργότερα από τους Μιλησίους συνέλαβε και διετύπωσε ριζικώς την έννοια του γίγνεσθαι, είναι ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος (544‐480 π.Χ.). Κατά τον Ηράκλειτο δεν υπάρχει ό,τι ακριβώς ζητούσαν οι Μιλήσιοι φιλόσοφοι, δηλαδή το καθαρό υλικό υπόβαθρο των όντων, το μεταφυσικό Είναι των πραγμάτων, γι’ αυτό όλα, όχι μόνον τα κατά μέρος πράγματα, αλλά και το σύμπαν είναι σε αέναη κίνηση και ροή. Τίποτε δεν είναι σταθερό. Για τα πράγματα δεν μπορούμε να ειπούμε ότι είναι αλλά μόνον ότι γίνονται. Ό,τι υπάρχει είναι η κίνηση, το γίγνεσθαι. Γίγνεσθαι και απογίγνεσθαι, αιώνια μεταβολή, αυτό είναι η ουσία του κόσμου. Τίποτε το σταθερό και στατικό δεν υπάρχει.

 

«Λέγει που Ηράκλειτος ότι πάντα χωρεί και ουδέν μένει, και ποταμού ροή απεικάζων τα όντα λέγει, ως δις εις τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης» (Πλάτωνος «Κρατύλος», 408Α). Το απόλυτο είναι λοιπόν τώρα το γίγνεσθαι. Κατά τους Μιλησίους το απόλυτο ήταν το είναι, και το γίγνεσθαι ήταν το σχετικό. Τα συγκεκριμένα όντα, τα πράγματα δεν είναι αλλά το ένα αναλύεται και αναλίσκεται εις το άλλο. Τα πράγματα δεν υφίστανται καθ’ εαυτά, αλλά είναι αεί εν κινήσει. Με την κίνηση και φαίνονται και παύουν να φαίνονται, και είναι και δεν είναι, μεταβαίνουν συνεχώς από τη μια μορφή στην άλλη, αίρονται διαρκώς το ένα από το άλλο. Αν λοιπόν η πρώτη έννοια της ελληνικής φιλοσοφίας ήταν το είναι, η δεύτερη είναι το γίγνεσθαι. Και όπως το είναι από τους Μιλησίους, έτσι και το γίγνεσθαι τώρα από τον Ηράκλειτο ταυτίζεται με τη θεότητα. Με το γίγνεσθαι το είναι γίνεται μη είναι και το μη είναι γίνεται είναι. Το είναι και το μη είναι γίνονται τώρα οι δύο τρόποι, με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε το γίγνεσθαι. Με τη μετάβαση από το ένα σημείο του χρόνου εις το άλλο έχομε το είναι και το μη είναι.

 

Για τούτο μόνον η μετάβαση, η μεταβολή υπάρχει. Η λογική αφαίρεση, την οποία κάνει τώρα λοιπόν ο νους του Ηρακλείτου, είναι ολωσδιόλου διαφορετική από την αφαίρεση που έκαμαν οι Μιλήσιοι φιλόσοφοι. Εκείνοι με τη νοητική αφαίρεση έφθασαν στην έννοια του Είναι, στη σταθερή αρχή των όντων, παραμέρισαν τα δεδομένα των αισθήσεων, για να συλλάβουν με το νου τους το μεταφυσικό Είναι των όντων. Ο Ηράκλειτος απομονώνει με το νου του την μεταβλητότητα, παραμερίζει τα καθ’ έκαστον όντα και κρατάει μόνον το γίγνεσθαι. Η μεταφυσική αρχή των Μιλησίων ήταν στατική, ενώ η αρχή του Ηρακλείτου είναι δυναμική. Πρέπει να ομολογηθεί ότι η έννοια του γίγνεσθαι είναι δυσκολώτερα συλληπτή από την έννοια του είναι. Εξ άλλου, δίχως την έννοια του είναι, όπως την διετύπωσαν οι Μιλήσιοι, δεν θα ήταν δυνατόν ο Ηράκλειτος να προχωρήσει στην έννοια του γίγνεσθαι. Όμως, όσο μεγάλη και αν είναι η νοητική αφαίρεση του Ηρακλείτου, περιορίζεται και αυτή από την αντίθετη δύναμη, την αντιληπτική δύναμη των αισθήσεων. Η δράση είναι η αίσθηση εκείνη, με την οποίαν αντιλαμβανόμεθα την κίνηση, και το πυρ είναι γι’ αυτόν το αισθητό αντικείμενο που συμβολίζει κατ’ εξοχήν την κίνηση. Ο κόσμος χαρακτηρίζεται από τον Ηράκλειτο ως αείζωον πυρ. Το πυρ όμως του Ηρακλείτου ως αρχή των όντων δεν σημαίνει τόσο μια ύλη, η οποία μεταμορφώνεται, όσο την αιώνια μεταβλητότητα των όντων, το αιώνιο γίγνεσθαι και απογίγνεσθαι των πραγμάτων.

 

Η αέναη όμως αυτή αλλαγή των όντων γίνεται κατά τον Ηράκλειτο σύμφωνα με ορισμένα εσωτερικά μέτρα, σύμφωνα με μια εσωτερική τάξη. Η εσωτερική αυτή τάξη και νομοτέλεια του γίγνεσθαι αποτελεί το μόνο σταθερό. Ο Ηράκλειτος ονομάζει την εσωτερική αυτή τάξη του γίγνεσθαι ειμαρμένη, δίκη ή λόγον, δηλαδή την χαρακτηρίζει με κριτήρια φυσικά, ηθικά και λογικά. Τούτο σημαίνει ότι το πνεύμα δεν έχει ακόμη διαχωρίσει αυστηρώς τους βασικούς του τρόπους του σκέπτεσθαι και γι’ αυτό τους χρησιμοποιεί εναλλάξ, για να χαρακτηρίσει όμως πάντοτε το ίδιο πράγμα, την εσωτερική τάξη του γίγνεσθαι. Η έννοια, την οποίαν εισάγει ο Ηράκλειτος με το γίγνεσθαι και την οποίαν διατυπώνει με όλη τη δυνατή αυστηρότητα, είναι η έννοια της εσωτερικής τάξεως του κόσμου. Με δύο βασικούς τρόπους προσδιορίζει ο Ηράκλειτος την εσωτερική αυτή τάξη του κόσμου, με την αρμονία των αντιθέσεων και με την ανακύκληση της αλλαγής, του γίγνεσθαι. Το γεγονός ότι όλα μεταβάλλονται παρώθησε τον Ηράκλειτο να ισχυρισθεί ότι το κάθε τι μεταπίπτει πάντοτε εις το αντίθετό του. Την αιώνια ροή των πραγμάτων ο Ηράκλειτος την χαρακτηρίζει ως ανειρήνευτη πάλη των αντιθέσεων. Έτσι είναι κατ’ αυτόν ο πόλεμος πατήρ των πάντων. Ό,τι προς στιγμήν φαίνεται ότι υπάρχει, τούτο είναι αποτέλεσμα της πάλης αντιθέτων δυνάμεων και κινήσεων. Μέσα σ’ αυτήν την ατελεύτητη μεταβολή των πραγμάτων δεν υπάρχει τίποτε το συγκεκριμένο, το ειδικό, υπάρχει μόνον η τάξη, με την οποίαν γίνεται η ανακύκληση των αντιθέτων κινήσεων.

 

Την εσωτερική τάξη του κόσμου ο Ηράκλειτος την ονομάζει, όπως είδαμε και Λόγον. Το σχετικό απόσπασμα του Ηρακλείτου λέγει: «του δε λόγου τούδ’ εόντος αεί αξύνετοι γίνονται άνθρωποι και πρόσθεν ή ακούσαι και ακούσαντες το πρώτον γινομένων γαρ πάντων κατά τον λόγον τόνδε απείροισιν εοίκασι, πειρώμενοι και επέων και έργων τοιουτέων∙ οκείων εγώ διηγεύμαι κατά φύσιν διαιρέων έκαστον και φράζων όκως έχει. Τους δε άλλους ανθρώπους λανθάνει οκόσα εγερθέντες ποιούσιν όκωσπερ οκόσα εύδοντες επιλανθάνονται». Δηλαδή «ενώ ο Λόγος αυτός υπάρχει πάντοτε, οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να τον εννοήσουν και προτού τον ακούσουν και αφού τον πρωτακούσουν. Γιατί, αν και γίνονται όλα σύμφωνα με αυτόν τον λόγον, οι άνθρωποι μοιάζουν με ανίδεους και καταπιάνονται και με λόγια και με έργα, όπως αυτά που θα εκθέσω και θα διαιρέσω το καθένα κατά τη φύση του και θα εξηγήσω πώς έχει. Στους άλλους όμως ανθρώπους δεν είναι συνειδητά όσα κάνουν εν εγρηγόρσει, όπως ακριβώς λησμονούν και όσα κάνουν στον ύπνο τους». Ο αφορισμός αυτός του Ηρακλείτου είναι το αρχαιότερο φιλοσοφικό κείμενο, όπου πρώτη φορά χρησιμοποιείται η έννοια του Λόγου.

 

Αν αναλογισθούμε πόσο πολυσήμαντη έγινε η έννοια αυτή του Λόγου κατά την περαιτέρω πορεία της ελληνικής φιλοσοφίας, αλλά και μέσα στον Χριστιανισμό, τότε κατανοούμε ότι με τον Ηράκλειτο ανοίγει η πύλη του πνεύματος, το οποίον θα χωρίσει ες αεί την Ελλάδα και την Ευρώπη από την Ασία. Ο Λόγος χωρίζει τη φιλοσοφία και την άλλη επιστήμη από τον μύθο και μ’ αυτό την Ελλάδα από την Ασία, η οποία έμεινε πάντα τυλιγμένη στον πέπλο του μύθου. Η Ασία δεν εδημιούργησε ούτε επιστήμη ούτε φιλοσοφία. Ο Λόγος έγινε η λέξη της καρδιάς των Ελλήνων, όπως αργότερα η λέξη res έγινε η λέξη της καρδιάς των Ρωμαίων. Ο λόγος αυτός ο αιώνιος, σύμφωνα με τον οποίον γίνονται όλα, σχετίζεται από τον Ηράκλειτο με τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι είναι το σταθερό υποκείμενο και στις τρεις προτάσεις, που απαρτίζουν το ανωτέρω απόσπασμα. Από το ένα μέρος λοιπόν είναι ο λόγος ο αιώνιος, ο οποίος ρυθμίζει το γίγνεσθαι των όντων, και από το άλλο μέρος ο άνθρωπος με τη νόησή του, ο οποίος πρέπει να γνωρίσει αυτόν τον αντικειμενικό, μεταφυσικό λόγο του κόσμου. Κατά τον Ηράκλειτο υπάρχει μια διαλεκτική λογική μέσα στον αντικειμενικό κόσμο. Αυτήν ακριβώς καλείται ο άνθρωπος να την καταλάβει με τον νου του.

 

Ο νους του ανθρώπου έχει συγγένεια με τον λόγο του κόσμου. Ο νους έχει την δύναμη αφ’ εαυτού του να καταλάβει τον λόγο του κόσμου, την εσωτερική τάξη και αναγκαιότητα των όντων. Οι άνθρωποι όμως δεν μεταχειρίζονται τη δύναμη του νου τους για να κατανοήσουν τον λόγο του κόσμου. Γι’ αυτό δεν τον καταλαβαίνουν αυτοί προτού τον ακούσουν, ενώ θα έπρεπε και μόνοι τους να τον ανακαλύψουν, ούτε αφού τον ακούσουν από τον φιλόσοφο, ο οποίος τους τον αποκαλύπτει τώρα. Οι άνθρωποι καταγίνονται με έπεα, δηλαδή με λόγια, τα οποία είναι το αντίθετο του λόγου. Αλλά και μέσα στα καθημερινά τους έπεα και έργα δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν και τι λένε, γιατί ο νους, ο ένας λόγος μέσα τους, δεν έχει ακόμα τεθεί σε κίνηση. Ο φιλόσοφος όμως μπορεί να κατανοήσει και τα έπεα και τα έργα των ανθρώπων, διότι αυτός έχει το αντικειμενικό κριτήριο και τούτο είναι ο λόγος. Με τη γνώση αυτή του λόγου ο φιλόσοφος ερμηνεύει τι νόημα έχουν τα έπεα και τα έργα των ανθρώπων και ορίζει το κάθε τι κατά την ουσία του. Επειδή ο λόγος δεν ενεργεί μέσα τους, δεν εννοούν ούτε τι νόημα έχουν τα έργα και τα έπεά τους, τα λησμονούν όπως ακριβώς λησμονούν και τα όνειρά τους. Από το ένα μέρος είναι ο φιλόσοφος με τον λόγο, ο οποίος φωτίζει τη ζωή και τον κόσμο, από το άλλο μέρος είναι οι καθεύδοντες άνθρωποι μέσα στην τριβή και την τύρβη της ζωής.

 

Ο Ηράκλειτος δεν αναπτύσσει συστηματικώς την ουσία του λόγου, εξαγγέλλει όμως τον λόγον με ένα μεγάλο πάθος αυτοσυνειδησίας. Οι διατυπώσεις του είναι μονολιθικές και καλύπτονται πάντοτε από μία αινιγματική και παράδοξη μορφή. Το απόλυτον είναι εδώ ο λόγος, τον οποίον θεάζεται ο νους του φιλοσόφου. Και η θέα αυτή του απολύτου απομονώνει το φιλόσοφο από την κοινή ζωή. Εξ άλλου επειδή ο λόγος είναι ένας και κοινός, ο φιλόσοφος αγωνίζεται να υπερνικήσει τη μόνωσή του και να τον μεταδώσει σε όλους. Έτσι καλεί τους ανθρώπους να έλθουν σε εγρήγορση και να καταλάβουν τι κάνουν στην καθημερινή τους ζωή. Η ζωή αυτή δεν έχει αυτοσυνειδησία, είναι κατ’ ουσίαν ένας ύπνος, δηλαδή ανελεύθερη. Το πραγματικό του Είναι ο άνθρωπος ημπορεί να το εύρει μόνον όταν κατανοήσει τον ένα και κοινό λόγο, ο οποίος τα διέπει όλα. «Όμως, αν και ο λόγος είναι κοινός, οι πολλοί άνθρωποι ζουν ωσάν να είχε ο καθένας δική του σκέψη». Τούτο είναι το παράπονο του φιλοσόφου.

 

Η απόσταση που χωρίζει τον Ηράκλειτο από τους Μιλησίους φιλοσόφους είναι ολοφάνερη. Με τον Ηράκλειτο η φιλοσοφία έκανε ένα τεράστιο βήμα προς τα εμπρός. Ο ίδιος ο φιλόσοφος έχει έντονα τη συνείδηση της διαφοράς του από τους Μιλησίους, αλλά και από τον Πυθαγόρα, του οποίου την πολυμάθεια χαρακτηρίζει ως κακοτεχνία, ως απατηλό τέχνασμα. Ο Ηράκλειτος ζητεί τη μία και καθολική γνώση, θέλει να καταλάβει τι συνέχει τον κόσμο ως προς την ενότητα και εσωτερικότητά του, και ταυτοχρόνως ποιο είναι το νόημα της ζωής του ανθρώπου. Είναι ο πρώτος μεγάλος μεταφυσικός. Για τούτο και η επίδρασή του και κατά την αρχαιότητα και κατά τη νεώτερη εποχή υπήρξε πολύ μεγάλη. 

 

Ιωάννου N. Θεοδωρακόπουλου, Εισαγωγή στη Φιλοσοφία

2

Καμωμένος από πηλούς, από φθαρτές ουσίες
ο άνθρωπος, δεν έχει σταθερή ενατένιση, ούτε ομοιάζει
άνθρωπος προς άνθρωπο· σπουδαίες διαφορές τον κόσμο χωρίζουν.
Γι’ αυτό βλέπεις άλλον ν’ αρκείται στον κόσμο
που μοναχός του δημιουργεί, ενώ άλλος παρέκει
τα περιμένει έξωθεν όλα, είτε από τον πλησίον, είτε από τον ουρανό.
Πικρά λυπούμαι το αδύνατο τούτο μέρος των ανθρώπων.
Καμωμένοι δεν είναι όλοι να θαμπώνονται από κάθε στιγμή
της ημέρας ή της νύχτας, από κάθε δίπλα της δημιουργίας,
από κάθε αποσκίαση του βουνού, από κάθε τροπή του καιρού.
Γράφω για όσους δεν έχουν το κράτος να ξεδιαλύνουν
τα μεγαλεία των μικρών πραγμάτων και τα πολλά των ολίγων.
Γι’ αυτούς απομένει το μέγα θέλγητρο της αναμονής.
Γι’ αυτούς απομένει ο λαμπρός Ήλιος της Επιούσης.
Κάθε νύχτα περιμένουν. Περιμένουν το μέλλον της Ημέρας,
τρέφουν την ελπίδα που θα τους κομίσει το μέγα Απρόοπτο,
την αψηλή φαντασία, τη νέα σπουδή, το βαθύ πάθος,
ό,τι κάνει να σπαράζουνε επί καλού τους ή κακού τους οι ψυχές.
Φθάνει να τους κομίσει κάτι ογκώδες νέο, ας είναι τραγικό,
ας είναι αγαθό, μόνο η φριχτή ηρεμία να μην είναι πια,
η πραϋντική, η ηρεμία της βλακείας και της ανοστιάς.

Είμεθα ωραιοι όταν ανήκωμε στον εαυτο μας και ασχημοι όταν κατρακυλάμε σε κατώτερη φύση.

Είμεθα ωραίοι όταν γνωρίζουμε τον εαυτό μας και άσχημοι όταν δεν τον γνωρίζουμε.

Πλωτίνος ΕΝΝΕΑΔΕΣ7