Category: Λογοτεχνία


….Ένας νεαρός άνδρας πήγε κάποια μέρα σ’ ένα μεγάλο δάσκαλο του κεντό 

( ιαπωνική ξιφασκία) για να γίνει μαθητής του. Ο δάσκαλος τον δέχτηκε : » Από σήμερα», του είπε , » θα πηγαίνεις κάθε μέρα να κόβεις ξύλα στο δάσος και να κουβαλάς νερό από το ποτάμι». Έτσι έκανε ο νεαρός επί 3 χρόνια. Και μετά,είπε στο δάσκαλο του : » ‘Ηρθα για να μάθω ξιφασκία και,μέχρι τώρα,ούτε που διάβηκα το κατώφλι του ντοζό σας»

 

  » Καλά»,απάντησε ο δάσκαλος,» σήμερα θα μπεις μέσα. Ακολούθησε με. Και τώρα,κάνε το γύρο της αίθουσας περπατώντας προσεκτικά πάνω στην άκρη του ταταμί ( χαλί από 

ρυζάγκαθα),δίχως να την ξεπεράσεις». Ο μαθητής υποβλήθηκε σ’ αυτή την άσκηση επί 1 χρόνο , κι ύστερα τον κυρίευσε ένας άγριος θυμός : » Φεύγω»,είπε. » Δέν έμαθα τίποτε από όλα αυτά για τα οποία ήρθα!» . » Σήμερα» του αποκρίθηκε ο δάσκαλος, » θα σου δώσω την ύστατη διδασκαλία. Έλα μαζί μου».

 

  Ο δάσκαλος πήγε τον μαθητή του στο βουνό.

 

  Σύντομα βρέθηκαν μπρος σ ‘ ένα γκρεμό. Ένας απλός κορμός δέντρου,ριγμένος πάνω στο κενό,έκανε χρέη γέφυρας. » Και τώρα,διέσχισε τον», είπε ο δάσκαλος στο μαθητή. Κυριευμένος από τρόμο και ίλιγγο στη θέα της αβύσσου,ο νεαρός είχε παραλύσει. Εκείνη τη στιγμή.έφθασε ένας τυφλός. Ψηλαφίζοντας με το μπαστούνι του,ανέβηκε στο εύθραυστο γεφύρι χωρίς να διστάσει και το πέρασε ήσυχα. Δε χρειάστηκε τίποτα περισσότερο για να γνωρίσει ο νεαρός την αφύπνιση και να εγκαταλείψει κάθε φόβο θανάτου. Όρμησε με βήμα ζωηρό πάνω από το βάραθρο και βρέθηκε στην άλλη άκρη. Ο δάσκαλος του,του φώναξε : » Κατέχεις το μυστικό της ξιφασκίας : να εγκαταλείπεις το εγώ σου και να μη φοβάσαι τον θάνατο. Κόβοντας ξύλα και κουβαλώντας νερό καθημερινά,απόκτησες γερούς μύες. Περπατώντας προσεκτικά στην άκρη του ταταμί ,απόκτησες την ακρίβεια και την λεπτότητα της κίνησης. Και να που κατάλαβες,μόλις σήμερα,το μυστικό της οδού του ξίφους. Πήγαινε. Θα είσαι παντού ο πιο δυνατός…»

 

   Το Ζεν βρίσκεται πέρα από όλες τις αντιφάσεις. Τις περικλείει και τις υπερβαίνει. Θέση,αντίθεση,σύνθεση και επέκεινα. Όταν οι δάσκαλοι του Ζεν απαντούν στις ερωτήσεις των μαθητών τους μ’ ένα αίνιγμα που μοιάζει παράλογο σκώμμα,δεν αστειεύονται. Ο δάσκαλος εντείνει πάντοτε τις προσπάθεις του για να οδηγήσει το μαθητή πέρα από την σκέψη.

 

  Αν ανοίξουμε τα χέρια,μπορούμε να δεχθούμε τα πάντα. Μπορούμε να συμπεριλάβουμε ολόκληρο το σύμπαν…Από εμάς εξαρτάται.

Χόρχε Μπουκάι

Advertisements
“Υπάρχουν έγκλήματα πάθους κι εγκλήματα λογικής. Ό Ποινικός Κώδικας τα ξεχωρίζει αρκετά εύκολα μέ τήν προμελέτη. Ζοΰμε στήν έποχή της προμελέτης καί τοϋ τέλειου έγκλήματος. Οί έγκληματίες μας δεν είναι πιά έκεΐνα τ αδύναμα παιδιά πού έπικαλοΰνταν τήν αιτιολογία τής άγάπης. ’Απεναντίας είναι ένήλικοι καί τό άλλοθι τους είναι αναμφισβήτητο: είναι ή φιλοσοφία πού μπορεΐ νά χρησιμέψει γιά ό,τιδήποτε, άκόμα καί γιά νά μεταμορφώσει τούς δολοφόνους σέ δικαστές.
Ό Χήθκλιφ στά «’Ανεμοδαρμένα ‘Ύψη» θά σκότωνε δλο τόν κόσμο γιά ν’ άποχτήσει τήν Κάθυ, άλλά δέ θά τοϋ περνούσε άπ’ τό μυαλό οτι αύτή ή δολοφονία είναι λογική ή δικαιολογημένη άπό κάποιο σύστημα, θά τήν εκανε μόνο, κι έκεϊ σταματά δλη ή πίστη του. Αυτό προϋποθέτει τή δύναμη τοϋ έρωτα καί χαραχτήρα. Μιά καί ή δύναμη του έρωτα σπανίζει, ή δολοφονία παραμένει έξαίρεση πού διατηρεί τό χαραχτήρα τής παράβασης. ’Αλλά άπό τή στιγμή πού άπό ελλειψη χαραχτήρα προσπαθούμε νά βρούμε μιά θεωρία, άπό τή στιγμή πού τό έγκλημα γίνεται αντικείμενο σκέψης, τότε γεννοβολάει δπως ή λογική ή ίδια, παίρνει δλες τις μορφές τοϋ συλλογισμού. Ήταν μοναχικό σάν κραυγή μά τώρα πιά είναι κοινό στόν κόσμο δπως ή γνώση. Χτές τό δίκαζαν, σήμερα αυτό τό ίδιο γίνεται νόμος.

 

Tις προάλλες φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών. Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.

– Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θα ‘χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου… Λοιπόν… Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια* το μήνα…

– Για σαράντα.

– Όχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει. Εγώ πάντοτε τριάντα ρούβλια δίνω στις δασκάλες… Λοιπόν, έχεις δύο μήνες εδώ…

– Δύο μήνες και πέντε μέρες…

– Δύο μήνες ακριβώς… Το ‘χω σημειώσει… Λοιπόν, έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές… δε δουλεύετε τις Κυριακές. Πηγαίνετε περίπατο μετα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές…

 

Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικά την άκρη του φουστανιού της, μα δεν είπε λέξη.

 

– Τρεις γιορτές… μας κάνουν δώδεκα ρούβλια το μήνα… Ο Κόλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα… Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες… Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σου είπε να αναπαυτείς μετά το φαγητό… Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά. Αφαιρούμε, μας μένουν… Χμ! σαράντα ένα ρούβλια… Σωστά;

 

Το αριστερό μάτι της Ιουλίας έγινε κατακκόκινο και νότισε. Άρχισε να τρέμει το σαγόνι της. Την έπιασε ένας νευρικός βήχας, έβαλε το μαντίλι στη μύτη της, μα δεν έβγαλε άχνα.

 

– Την παραμονή της πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι του τσαγιού με το πιατάκι του… Βγάζουμε δύο ρούβλια… Το φλιτζάνι κάνει ακριβότερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει… Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε! Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του… Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια… Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα τα μποτάκια της Βαρβάρας. Πρέπει να ‘χεις τα μάτια σου τέσσερα, γι’ αυτό σε πληρώνουμε… Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του

Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια…

 

– Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράμα. μουρμούρισε η Ιουλία.

– Το ‘χω σημειώσει!

– Καλά…

– Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα.

 

Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!

 

– Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε… Αυτά είναι όλα όλα που δανείστηκα.

– Μπα; Και γω δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία, μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου!

Τρία… τρία, τρία… ένα και ένα… Πάρ’ τα…

 

Και της έδωσα έντεκα ρούβλια. Τα πήρε με τρεμουλιαστά δάχτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της.

 

– Ευχαριστώ, ψιθύρισε.

 

Πετάχτηκα ορθός και άρχισα να βηματίζω πέρα δώθε στο γραφείο. Με έπιασαν τα δαιμόνια μου.

 

– Και γιατί με ευχαριστείς;

– Για τα χρήματα.

– Μα, διάολε, εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα! Και μου λες κι ευχαριστώ;

– Οι άλλοι δε μου ‘διναν τίποτα!…

– Δε σου ‘διναν τίποτα. Φυσικά! Σου έκανα μια φάρσα για να σου γίνει σκληρό μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια! Τα είχα έτοιμα στο φάκελο! Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σαν χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ’ αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου; Γιατί είσαι άβουλη;

 

Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε.

 

* Ά. Τσέχωφ, Διηγήματα

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΝΕΑ ΑΚΑΚΙΑ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΝΕΑ ΑΚΑΚΙΑ

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ ΩΣ  ΤΕΚΤΟΝΑΣ-1

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ ΩΣ ΤΕΚΤΟΝΑΣ-1

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ ΩΣ  ΤΕΚΤΟΝΑΣ-2

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ ΩΣ ΤΕΚΤΟΝΑΣ-2

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ ΩΣ  ΤΕΚΤΟΝΑΣ-3

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ ΩΣ ΤΕΚΤΟΝΑΣ-3

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ ΩΣ  ΤΕΚΤΟΝΑΣ-4

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ ΩΣ ΤΕΚΤΟΝΑΣ-4

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ ΩΣ  ΤΕΚΤΟΝΑΣ-5

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ ΩΣ ΤΕΚΤΟΝΑΣ-5

Απο το περιοδικό ΝΕΑ ΑΚΑΚΙΑ, επίσημο όργανο της Μεγάλης Στοάς της Αιγύπτου.

Aπο το προσωπικό αρχείο του Mercurius Astrologus 1638

Μπορείτε να διαβάζετε κείμενα  απο την συλλογή Debits and Credits εδω

Ανέκδοτο κείμενο του Οδυσσέα Ελύτη, από ομιλία του στη Στοκχόλμη τον Νοέμβριο του 1979, ακριβώς  μετά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ της Σουηδικής Ακαδημίας για το έργο του.
Tο κείμενο δημοσιεύθηκε το 2011 από το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, με αφορμή την  ολοκλήρωση του εορτασμού των 100 χρόνων από τη γέννησή του μεγάλου αυτού Ποιητή και Έλληνα.
………………….

«Αγαπητοί φίλοι,
περίμενα πρώτα να τελειώσουν οι επίσημες γιορτές που προβλέπει η «Έβδομάδα Νόμπελ» και ύστερα να ‘ρθω σ’ επαφή μαζί σας. Το έκανα γιατί ήθελα να νιώθω ξένιαστος και ξεκούραστος. Ξεκούραστος βέβαια δεν είμαι.
Χρειάστηκε να βάλω τα δυνατά μου για να τα βγάλω πέρα με τις απαιτήσεις της δημοσιότητας, τις συνεντεύξεις και τις τηλεοράσεις.
Αλλά ένιωθα κάθε στιγμή ότι δεν εκπροσωπούσα το ταπεινό μου άτομο αλλά ολόκληρη τη χώρα μου. Κι έπρεπε να την βγάλω ασπροπρόσωπη.
Δεν ξέρω αν το κατάφερα. Δεν είμαι καμωμένος για τέτοια. Για τιμές και για δόξες.


Τη ζωή μου την πέρασα κλεισμένος μέσα σε 50 τετραγωνικά (μέτρα), παλεύοντας με τη γλώσσα.Επειδή αυτό είναι στο βάθος ή ποίηση: μια πάλη συνεχής με τη γλώσσα.
Τη γλώσσα την ελληνική που είναι η πιο παλιά και η πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου.

Ό,τι και να πει ένας ποιητής, μικρό ή μεγάλο, σημαντικό ή ασήμαντο, δεν φέρνει αποτέλεσμα, θέλω να πω δεν γίνεται ποίηση αν δεν περάσει από την κρησάρα της γλώσσας, αν δεν φτάσει στην όσο γίνεται πιο τέλεια έκφραση.
Ακόμα και οι πιο μεγάλες ιδέες, οι πιο ευγενικές, οι πιο επαναστατικές, παραμένουν σκέτα άρθρα εάν δεν καταφέρει ο τεχνίτης να ταιριάσει σωστά τα λόγια του.


Μόνον τότε μπορεί ένας στίχος να φτάσει στα χείλια των πολλών, να γίνει κτήμα τους. Μόνον τότε μπορεί να ‘ρθει και ο συνθέτης να βάλει μουσική, να γίνουν οι στίχοι τραγούδι. Και για ένα τραγούδι ζούμε, στο βάθος, όλοι μας. Το τραγούδι που λέει τους καϋμούς και τους πόθους του καθενός μας. Τόσο είναι αλήθεια ότι το μεγαλείο και η ταπεινοσύνη πάνε μαζί, ταιριάζουν.

Ταπεινά εργάστηκα σ´όλη μου τη ζωή. Και η μόνη ανταμοιβή που γνώρισα πριν από τη σημερινή, ήταν ν’ ακούσω τους συμπατριώτες μου να με τραγουδούν.
Να τραγουδούν το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
που μου χρειάστηκε τεσσάρων χρόνων μοναξιά και αδιάπτωτη προσπάθεια, για να το τελειώσω. Δεν το λέω για να περηφανευτώ. Δεν έρχομαι σήμερα για να σας κάνω τον σπουδαίο. Κανείς δεν είναι σπουδαίος από εμάς. Από εμάς, άλλος κάνει τη δουλειά του σωστά κι άλλος δεν την κάνει.
Αυτό είναι όλο.
Όμως θέλω να μάθετε, όπως το έμαθα κι εγώ στα 68 μου χρόνια: μόνον αν κάνεις σωστά τη δουλειά σου, ο κόπος δεν θα πάει χαμένος.

Ξέρω, μαντεύω, ότι πολλοί από εσάς περίμεναν άλλα πράγματα από εμένα. Τους ζητώ συγγνώμην που δεν θα τους ικανοποιήσω. Αν είχα το ταλέντο του ομιλητή, του δάσκαλου, του ηγέτη, θα είχα ίσως αφιερωθεί στην πολιτική. Τώρα δεν είμαι παρά ένας γραφιάς που πιστεύει σε ορισμένα πράγματα. Κι αυτά τα πράγματα θέλει να τα γνωρίσει και στους άλλους, να τα βγάλει από μέσα του, να τα κάνει έργο.
Εμένα μου έλαχε ν’ αγαπήσω τον τόπο μου όπως τον αγαπάτε κι εσείς. Να τι είναι που μας ενώνει απόψε όλους εδώ πέρα. Η αγάπη μας για την Ελλάδα. Βέβαια, υπάρχουν πολλοί τρόποι ν’ αγαπά ένας λαός τη χώρα του. Αλλά για τον ποιητή, πιστεύω, υπάρχει μόνον ένας: ν’ ανήκει σ’ ολόκληρο το λαό του. Πάνω από τις διαιρέσεις και τις διχόνοιες, ο ποιητής να στέκει και ν’ αγαπά όλον τον λαό του, ν’ ανήκει, το ξαναλέω, σ’ όλο τον λαό του. Δεν γίνεται αλλιώς.
Η πατρίδα είναι μία. Ο καθένας στον τομέα του ας έρθει και ας κάνει κάτι, όπως αυτός το νομίζει καλύτερα.

Όμως ο πνευματικός άνθρωπος βλέπει το σύνολο. Θέλω να πιστεύω πως ίσως κι ο ξενητεμένος, το ίδιο. Για εμάς η Ελλάδα είναι αυτές οι στεριές οι καμένες στον ήλιο κι αυτά τα γαλάζια πέλαγα με τους αφρούς των κυμάτων. Είναι οι μελαχρινές ή καστανόξανθες κοπέλλες, είναι τ’ άσπρα σπιτάκια τ’ ασβεστωμένα και τα ταβερνάκια και τα τραγούδια τις νύχτες με το φεγγάρι πλάι στην ακροθαλασσιά ή κάτω από κάποιο πλατάνι.
Είναι
οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας με το τουφέκι στο χέρι, αυτοί που λευτερώσανε την πατρίδα μας και πιο πίσω, πιο παλιά, όλοι μας οι πρόγονοι που κι αυτοί ένα μονάχα είχανε στο νου τους -όπως κι εμείς σήμερα: τον αγώνα για τη λευτεριά.

Είπε ένας Γάλλος ποιητής, ο Ρεμπώ, πως η πράξη για τον ποιητή είναι ο λόγος του. Κι είχε δίκηο. Αυτό έκανε ο Σολωμός, που για να γράψει το αθάνατο ποίημα του «‘Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», έσωσε και παράδωσε στη φυλετική μας μνήμη το Μεσολόγγι και τους αγώνες του. Αυτό έκαναν ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Σεφέρης. Στα φτωχά μου μέτρα το ίδιο πάσχισα να κάνω κι εγώ.
Πάσχισα να κλείσω μέσα στην ψυχή μου, την ψυχή όλου του ελληνικού λαού.
Να δω πόσο μοιάζανε όλοι οι αγώνες του, από την αρχαία εποχή ίσαμε σήμερα, για το δίκηo και για τη λευτεριά.


Κι αυτό θα κάνω όσα χρόνια μου δώσει ο Θεός να ζήσω. Αυτή είναι η πράξη μου. Και το γεγονός ότι έφτασαν να την αναγνωρίσουν οι ξένοι, είναι μια νίκη.
Όχι δική μου νίκη. Δική σας.

Γι’ αυτό σας ευχαριστώ. Κι αν μου το συγχωρείτε να σας δώσω μια γνώμη – ακούστε την: όσο καλά κι αν ζείτε σ’ αυτή τη φιλόξενη, την ευγενική χώρα, όσο κι αν νιώθετε καλά και στεριώνετε, και κάνετε οικογένεια – μην ξεχνάτε την πατρίδα μας,
και προ παντός, τη γλώσσα μας.
Πρέπει να ‘σαστε περήφανοι, να ‘μαστε όλοι περήφανοι, εμείς και τα παιδιά μας για τη  γ λ ώ σ σ α   μ ας.

Είμαστε οι μόνοι σ’ ολόκληρη την Ευρώπη που έχουμε το προνόμιο να λέμε τον ουρανό «ουρανό» και τη θάλασσα «θάλασσα» όπως την έλεγαν ο Όμηρος και ο Πλάτωνας πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια.
Δεν είναι λίγο αυτό.
Η γλώσσα δεν είναι μόνον ένα μέσον επικοινωνίας.
Κουβαλάει την ψυχή του λαού μας κι όλη του την ιστορία και όλη του την ευγένεια.

Χαίρομαι κι αυτή τη στιγμή που σας μιλάω σ’ αυτή τη γλώσσα και σας χαιρετώ, σας αποχαιρετώ μάλλον, αφού η στιγμή έφτασε να φύγω.

Όμως ένα κομμάτι της ψυχής μου σας το αφήνω μαζί μ’ ένα μεγάλο ευχαριστώ που με ακούσατε.
Μακάρι να μπορούσε να σας μείνει, να το κρατήσετε, σαν ένα μικρό φυλαχτό από την πατρίδα»

Αν σε μεταφραση του Τεκτονα Λογοτεχνη Νικου Καρβουνη 1

Αν σε μεταφραση του Τεκτονα Λογοτεχνη Νικου Καρβουνη 1

 

Αν σε μεταφραση του Τεκτονα Λογοτεχνη Νικου Καρβουνη 2

Αν σε μεταφραση του Τεκτονα Λογοτεχνη Νικου Καρβουνη 2

Απο το περιοδικό ΝΕΑ ΑΚΑΚΙΑ, επίσημο όργανο της Μεγάλης Στοάς της Αιγύπτου.

Aπο το προσωπικό αρχείο του Mercurius Astrologus 1638

Όταν η Αγάπη στενευθή από τον ατομικόν τον εγωισμό, και γίνη απαιτητική και απαιτητική και προσωπική και αποκλειστική και ζηλότυπος και ανίκανη να υπάρξη χωρίς ανταπόδοσιν, αμαυρώνεται και ξεπέφτει και διαφθείρεται. Η Ουρανία Αφροδίτη δεν είναι αυτή. Αυτή είναι η Πάνδημος-τόσον περισσότερον πάνδημος και αναξία, όσον είναι περισσότερον ατομική και εγωιστικώτερον αποκλειστική.

Ν. Καρβούνης << Ο Πρίγκηψ Αθανάσιος >> εφημερίδα Πρωία 21.9.1931

Ανθολόγησε ο Mercurius Astrologus 1638