Archive for Ιουλίου, 2013


Η συνήθεια των περιοδειών έχει μεταφερθεί και χρησιμοποιείται και σήμερα στον καθολικό, αγγλικανικό και ορθόδοξο χριστιανισμό, όπου εκτελούνται τρεις περιοδείες που σχετίζονται με την Τριάδα. Η συνήθεια της περιοδείας πρέπει να συνδέεται με την πορεία του Ήλιου στο στερέωμα, από την ανατολή μέχρι τη δύση του, μέσω του Νότου. Πολύ περισσότερο δε στον Τεκτονισμό, στον οποίον το άνοιγμα των εργασιών υποδηλώνει την ηλιακή τροχιά μαζί με τις τροχιές των πλανητών που τον ακολουθούν. Στην Αρχαία Ελλάδα, κατά τις θυσίες, οι ιερείς και ο κόσμος περπατούσαν τρεις φορές γύρω από τον βωμό. Χαρακτηριστικό ήταν ότι κατά την τέλεση της περιοδείας ο βωμός βρισκόταν πάντοτε δεξιά των ιερέων και του κόσμου. Η περιοδεία ξεκινούσε από την Ανατολή προς το Νότο, μετά στη Δύση, και από το Βορρά έφτανε στην Ανατολή, από όπου και ξεκινούσε η επόμενη περιοδεία, μέχρι να συμπληρωθούν και οι τρεις. Η κίνηση αυτή των αρχαίων ελλήνων ιερέων ονομάσθηκε κίνηση «εκ δεξιά εν δεξιά». Στη Δήλο οι ιερείς του Απόλλωνα έψαλλαν κατά την εκτέλεση της περιοδείας: «Μιμούμεθα το παράδειγμα του Ήλιου και ακολουθούμε την φιλανθρωπική του πορεία».

Advertisements

Υπάρχει μια παλιά ιστορία για ένα παιδί που πήγε να ζητήσει τη βοήθεια ενός σοφού:

«Ήρθα, δάσκαλε, γιατί νοιώθω τόσο ασήμαντος που δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα. Μου λένε ότι δεν αξίζω τίποτα, ότι δεν κάνω τίποτα σωστά, ότι είμαι αδέξιος και χαζός. Πως μπορώ να βελτιωθώ; Τι μπορώ να κάνω για να με εκτιμήσουν περισσότερο;»

Ο δάσκαλος, χωρίς να τον κοιτάξει, του είπε:
«Πόσο λυπάμαι, αγόρι μου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω γιατί πρώτα πρέπει να λύσω ένα δικό μου πρόβλημα. Μετά, ίσως..» και ύστερα από μια παύση συνέχισε : «Αν θέλεις να με βοηθήσεις εσύ, μπορεί να λύσω γρήγορα το πρόβλημά μου και μετά να μπορέσω να σε βοηθήσω.»

«Ε …;μετά χαράς, δάσκαλε» είπε διστακτικά ο νεαρός, νοιώθοντας ότι τον υποτιμούσαν για άλλη μια φορά και μετέθεταν τις ανάγκες του.

«Ωραία» συνέχισε ο δάσκαλος. Έβγαλε το δαχτυλίδι που φορούσε στο αριστερό του χέρι και το έδωσε στο αγόρι, λέγοντας :»Πάρε το άλογο που είναι εκεί έξω και τρέξε στην αγορά. Πρέπει να πουλήσω αυτό το δαχτυλίδι για να πληρώσω ένα χρέος. Είναι ανάγκη να πάρεις όσο περισσότερα χρήματα μπορείς για αυτό. Και με κανέναν τρόπο μη δεχτείς λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί. Πήγαινε και έλα με το χρυσό φλουρί όσο πιο γρήγορα μπορείς.»

Ο νεαρός πήρε το δαχτυλίδι κι έφυγε. Μόλις έφτασε στην αγορά άρχισε να προσφέρει το δαχτυλίδι στους εμπόρους που το κοίταζαν με κάποιο ενδιαφέρον, ώσπου ο νεαρός έλεγε τι ζητούσε γι’ αυτό.
Όταν το παιδί έλεγε «ένα χρυσό φλουρί» άλλοι γελούσαν, άλλοι του γύριζαν τις πλάτες και μόνο ένας γέροντας φάνηκε αρκετά ευγενικός για να μπει στον κόπο να του εξηγήσει ότι ένα χρυσό φλουρί ήταν πάρα πολύ για ένα δαχτυλίδι. Θέλοντας να βοηθήσει, ένας του πρόσφερε ένα ασημένιο νόμισμα κι ένα μπακιρένιο τάσι, όμως, ο νεαρός είχε οδηγίες να μη δεχτεί λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί κι έτσι απέρριψε την προσφορά.

Αφού προσπάθησε να πουλήσει το κόσμημα σε όποιον συνάντησε στο δρόμο του στην αγορά – και σίγουρα θα ήταν πάνω από εκατό άτομα – , παραδέχτηκε την αποτυχία του, καβάλησε το άλογο και γύρισε πίσω.
Πόσο θα ήθελε ο νεαρός να είχε ένα χρυσό φλουρί για να το δώσει στο δάσκαλο και να τον γλυτώσει από το πρόβλημά του. Έτσι, θα έπαιρνε κι αυτός τη συμβουλή και τη βοήθεια του δασκάλου.

Μπήκε μέσα στην κάμαρη.
«Δάσκαλε» είπε, «λυπάμαι. Είναι αδύνατο να τα καταφέρω. Ίσως να μπορούσα να πάρω δύο ή τρία ασημένια, όμως, νομίζω ότι δεν μπορώ να γελάσω κανέναν για την πραγματική αξία του δαχτυλιδιού.»

«Αυτό που είπες είναι πολύ σημαντικό, νεαρέ μου φίλε» απάντησε χαμογελώντας ο δάσκαλος. «Πρέπει πρώτα να μάθουμε την αληθινή αξία του δαχτυλιδιού. Καβάλησε πάλι το άλογο και πήγαινε στον κοσμηματοπώλη. Ποιος άλλος θα ξέρει καλύτερα; Πες του ότι θέλεις να το πουλήσεις και ρώτησέ τον πόσα μπορεί να πιάσει.Ομως, μην του το πουλήσεις όσα κι αν σου προσφέρει. Γύρισε πίσω με το δαχτυλίδι.»

Ο νεαρός καβάλησε το άλογο κι έφυγε πάλι.
Ο κοσμηματοπώλης εξέτασε το δαχτυλίδι στο φως του κεριού, το κοίταξε με το φακό, το ζύγισε και μετά είπε στο παιδί:
«Πες στο δάσκαλο, αγόρι μου, ότι αν θέλει να το πουλήσει αμέσως, δεν μπορώ να του δώσω παραπάνω από πενήντα οχτώ χρυσά φλουριά για το δαχτυλίδι του.»

«Πενήντα οχτώ χρυσά;» φώναξε το παιδί.

«Ναι» απάντησε ο κοσμηματοπώλης. «Βέβαια,, με λίγη υπομονή θα μπορούσαμε να βγάλουμε γύρω στα εβδομήντα χρυσά φλουριά, όμως, αν είναι επείγον …;»

Ο νεαρός έτρεξε συγκινημένος στο σπίτι του δασκάλου να του πει τα καθέκαστα.
«Κάθισε» του είπε ο δάσκαλος αφού τον άκουσε. «Είσαι κι εσύ σαν αυτό το δαχτυλίδι. ‘Ενα πολύτιμο και μοναδικό κόσμημα. Και σαν τέτοιο, πρέπει να σ΄εκτιμήσει ένας αληθινός ειδικός. Γιατί στη ζωή σου γυρίζεις εδώ κι εκεί ζητώντας να εκτιμήσει ο καθένας την πραγματική σου αξία;»

Και μ’ αυτά τα λόγια, έβαλε πάλι το δαχτυλίδι στο μικρό του δάχτυλο του αριστερού του χεριού.

ΣΥΝΈΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ

Χριστιανός. Τι ουν; Ώσπερ ο Σολομών προς τους έξωθεν πολεμίους αισθητούς, ούτω και υμείς ειρήνην άγετε προς τα αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας τους σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνεύματα της πονηρίας, ως έκαστον ως λέων ωρυόμενος περιτρέχει την υπ’ ουρανόν, τίνα ευρών καταπίη, ων τα νοήματα ουκ αγνοών ο αρχιτέκτων Παύλος, ο θείος καθ’ υμάς Φραγμασών, ωπλισμένος περιήρχετο όπλα ου σαρκικά αλλά δυνατά τω Θεώ.

            Φραγμασών. Αλλά και ημείς φησίν, ανειληφότες εσμέν την πανοπλίαν του Θεού, τον τε θώρακα φημί της δικαιοσύνης, και τον θυρεόν της πίστεως και την περικεφαλαίαν του σωτηρίου και την μάχαιραν του πνεύματος.

            Χριστιανός. Πού ουν έφην, υμίν, η επί Σολομώντας, ως φατε, άδεια, τοις ουχί κατά τους περί τον Σολομώντα αόπλως, αλλά κατά τους περί τον Νωεμίαν ενόπλως οικοδομούσι; Πού δε και των όπλων οι τύποι; Ου γαρ ορώ και πολεμικά άττα όπλα μετά των τεκτονικών του τραχήλου υμών εξηρτημένα, θώρακα φημί και θυρεόν και περικεφαλαίαν και μάχαιραν, δέον, ίνα αυτοί εαυτοίς ήτε σύμφωνοι, ή μηδέ τεκτονικά, ή και πολεμικά εξαρτάν του τραχήλου, ει μη τι γε κατά μίαν ή δευτέραν μάχην ή και προ μάχης τυχόν σπεισάμενοι προς τους μισούντας την ειρήνην, ειρήνην λοιπόν μετά των θεομάχων αρχόντων άγετε. Είεν. Τι δε δήποτε την χριστιανωνυμίαν εις την οικοδομωνυμίαν μετημείψατε; Γνωστόν μεν γαρ εστιν εκ της Γραφής ως έμψυχος ναός του Θεού εστιν ή τε του Χριστού Εκκλησία το των πιστών λέγω σύστημα, και των πιστών έκαστος. Θεμέλιον δε αυτού και λίθος ακρογωνιαίος Ιησούς ο Χριστός. Ο δε αυτός και οικοδόμος. Συνεργούς δε της οικοδομής έχει προηγουμένως μεν και εν τω κοινώ, ους έθετο εν τη Εκκλησία αποστόλους, προφήτας, ευαγγελιστάς, ποιμένας, διδασκάλους. Επομένως δε και ανά μέρος και ένα έκαστον των πιστών. Δους και γαρ των εν αυτώ οικοδομουμένων πιστών, ω μεν τούτο, ω δε εκείνο το χάρισμα κατά το μέτρον και την αναλογίαν της πίστως, και αυ τω μεν πέντε τάλαντα αργυρίου, τω δε δύω, τω δε εν εκάστω κατά την ιδίαν δύναμιν (Ματθαίος 25, 15) κελεύει μεν εις κενόν δείξασθαι την χάριν, μηδέ κατορύττειν, αλλ’ έκαστον εν η εκλήθη τάξει πραγματεύεσθαι το του Κυρίου αργύριον βάλλοντας αυτό τοις τραπεζίταις ακαπήλευτον τε και άδολον, και απλώς ως παραδέδοται. Τη γαρ του παντός σώματος συναρμολογία συμβιβαζόμενος δια πάσης αφής, ης επιχορηγεί αναλόγως έκαστον μέλος, οικδομείται ο έμψυχος ναός του Θεού. Αλλά και των συνεργών είτ’ ουν μυσταγωγών προς δε και των πιστών έκαστος, οικοδόμος εστί και αυτός. Ον τρόπον και ο Κύριος φως του κόσμου ων (Ιωάννης 8, 12), φως του κόσμου δεύτερον και τους εαυτού μαθητάς εκάλεσε (Ματθαίος 5, 14), ων έκαστος και φραγμός οικοδομής κληθείη κατά τον Ησαΐαν, οιονεί φραγμώ τινι περιφράττων είτ’ ουν ασφαλιζόμενος ταις εις αρετήν νουθεσίαις τας των παιδευομένων ψυχάς. Αλλ’ επειδή είτις τω Χριστώ καινή κτίσις, και εν αυτώ κλήσεως επουρανίου μέτοχοι γεγονότες και τον καινόν άνθρωπον ενδυσάμενοι, μάλλον δε τον Χριστόν, το καινόν και καλόν όνομα επικεκλήμεθα, ό ο Κύριος εκάλεσεν ημάς· τούτο δε εστί Χριστιανός. Δια ταύτα το καινόν και καλόν και σωτήριον τούτο όνομα ονομαζόμεθα, χριστιανοί φημί. Ει γε εκ Χριστού έχομεν και την ιδίαν εαυτών οικοδομήν (προς Εφεσίους 12, 10) και το θέλειν και το ενεργείν τα της οικοδομής και χωρίς αυτού ου δυνάμεθα ποιείν ουδέν ή σωθήναι. Ουδέ γαρ εστιν όνομα έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς. Τι ουν δήποτε ημείς, ω ούτος, το καινόν τούτο και καλόν και σωτήριον όνομα περιωσάμενοι οικοδόμους εαυτούς ωνομάκατε; Το γαρ οικοδόμου όνομα ούτε καινόν ούτε πάντως σωτήριον. Οικοδομεί γαρ τις εφ’ ω ο σοφός αρχιτέκτων Παύλος έθετο θεμελίω, ου μόνον χρυσόν, άργυρον, λίθους τιμίους, αλλά και ξύλα και χόρτον και καλάμην υπεκκαύματα; του αιωνίου πυρός. Έτι μεν και την οικίαν εαυτού ο μεν τις επί την πέτραν, ο δε επί την σαθράν άμμον οικοδομεί, αλλά και την πόλιν του Θεού Σιών των οικοδομούντων τινές εν θέματι οικοδομούσι. Και αυτόν δε τον του Κυρίου οίκον, οι χωρίς του Κυρίου οικοδομούντες μάτην κοπιώσι. Το δε χριστιανός όνομα ου μόνον πάντη ανεπίληπτον, αλλά και μακάριον και σωτήριον, ως δέδεικται.

 

Φραγμασών. Αλλά το Χριστιανός φησιν όνομα, όνομα θρησκείας εστιν· ημίν δε προ έργου η του θείου ναού οικοδομή. Θρησκειών δε, ως είρηται, αδιαφορίαν πρεσβευόντες, των θρησκευτικών ονομάτων μικρόν ή ουδέν φροντίζομεν. Πάσαι γαρ αι ετερόδοξοι θρησκείαι λόγον έχουσι παρ’ ημίν προς τε αλλήλας και προς τον Θεόν, ον αι εν τω κύκλω από του κέντρου επί την περιφέρειαν προσπίπτουσαι ευθείαι έχουσι προς αλλήλας και προς το κέντρο. Αλλήλων γαρ κατά την περιφέρειαν διϊστάμεναι τη προς το κέντρο συνεμπτώσει και αλλήλαις και τω κέντρω συνάπτονται. Προς δε και οι τον αυτόν αγώνα ο μεν, ένθεν, ο δε, ένθεν, υπό τω αυτώ αθλοθέτη ανταγωνιζόμενοι ουδέν αλλ’ η το των θρησκειών αδιάφορον συγκροτούσιν.

            Χριστιανός. Ουκ οίδα, ω ούτος, πότερον της ολεθρίας πλάνης σε θρηνήσω ή της αμαθείας μυκτηρίσω. Αι γαρ εν τω κύκλω ημιδιάμετροι και αλλήλαις εισίν ίσαι, τοπικώς μόνον διϊστάμενοι απ’ αλλήλων και του αυτού κέντρου και επίσης εφάπτονται. Αι δε κακόδοξοι θρησκείαι ούτε αλλήλοις εισίν ίσαι, ούτε του ενός Θεού άπτονται, ως προσεχώς δειχθήσεται. Των εν τω αυτώ κύκλω ημιδιαμέτρων το τε ισάλληλον και το αυτόκεντρον διάλληλον έχει την δείξιν, ώστε εκάτερα και συνεισάγεσθαι και συναναιρείσθαι. Και γαρ και δι’ ό,τι προς το αυτό κέντρον φέρονται, δια τούτο εισιν αλλήλαις ίσαι, και δι’ ότι εισιν αλλήλαις ίσαι, δια τούτο προς το αυτό κέντρον φέρονται. Ουκούν επειδή κατά την των αδιαφόρων υπόθεσιν και αι κακόδοξοι θρησκείαι του αυτού θείου κέντρου άπτονται, και αλλήλαις άρα ίσαι είτ’ ουν ομόδοξοί εισιν. Αλλά μην ουκ εισιν αλλήλαις ίσαι, ουδέ του θείου άρα κέντρου άπτονται. Ότι δε ουκ εισιν αλλήλαις ίσαι και τυφλώ φασι δήλον. Ο γαρ εις και μόνος Θεός, ου τον έμψυχον οίκον οικοδομείν επαγγέλλεσθε, τρισυπόστατος θρησκεύεται παρά των εν τε τη παλαιά και τη νέα θείων, ως αν υμείς είποιτε, φραγμασόνων. Τω λόγω γαρ φησι Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν και τω πνεύματι του στόματος αυτού πάσα η δύναμις αυτών, τούτ’ εστι πατήρ, υιός και άγιον πνεύμα, ει και τοις μεν αμυδρότερον, τοις δε εκτυπώτερον. Και ότι ο εις της Αγίας Τριάδος, ο υιός φημι, μετά ταύτα επί της γης ώφθη και τοις ανθρώποις συνανεστράφη, παιδίον ατρέπτως και αναλλοιότως εκ παρθένου νεάνιδος γενόμενος. Των δε ετεροδόξων θρησκειών, ίνα τέως εάσω τας, όσαι μετήλλαξαν την αλήθειαν του Θεού εν τω ψεύδει και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν τη κτίσει παρά τον κτίσαντα αλλάξασθαι την δόξαν του αφθάρτου θεού εν ομοιώματι εικόνος φθαρτού ανθρώπου και πετεινών και τετραπόδων και ερπετών της γης, ίνα φημί τους κατά τον Απόστολον αθέους τούτους εάσω. Των άλλων οι μεν ου τρισυπόστατον τον ένα Θεόν ομολογούσι. Των δ’ αυ ομολογούντων οι μεν, δέει δήθεν πολυθεΐας τας τρεις θεαρχικάς υποστάσεις εις μίαν συναιρούσιν ή συντιθέασιν, τον αυτόν πατέρα και υιόν και άγιον πνεύμα υπολαμβάνοντες. Οι δε, εις τρεις ή εκφύλους και αλλοτρίας διαιρούσιν ή ατάκτους και ανάρχους και οίον ειπείν αντιθέτους. Οι μεν ουν το τριαδικον των θεαρχικών προσώπων εν οις η θεότης, μάλλον δε α η θεότης, αρνούμενοι, αυτήν αρνούνται την ενικήν και τριλαμπή θεότητα. Οι δ’ αυ συναλείφοντες τα πρόσωπα ου μάλλον εν τα πάντα, ή μηδέν έκαστον είναι ορίζουσι και ούτω ψιλά καταλείπουσι τα ονόματα (φεύγει γαρ είναι όπερ εστιν έκαστον εις άλληλα μεταχωρούντα και μεταβαίνοντα, και συγχεόμενα ίσον δε ειπείν και συγχέοντα) ή σύνθετόν τινα και άτοπον θεόν ώσπερ τα μυθώδη των ζώων σκιαγραφούσι και αναπλάττουσιν. Ων εκάτερα της εσχάτης αθεΐας. Οι δ’ αυ διαιρούντες εις τρεις, εκφύλους μεν και αλλοτρίους ως μόνω τω αγεννήτω την θεότητα περιγράφειν, ένθεν μεν, εις Ιουδαϊκήν πενίαν κατακλείουσι, ένθεν δε εις εθισμολατρείαν κατολισθαίνουσιν. (Ώσπερ δε ο τον υιόν Ιουδαϊκώς αρνούμενος, ουδέ τον πατέρα έχει, ούτω και ο εν των τριών εις κτίσιν καταβιβάσας, το παν καθείλεν). Ατάκτους δε και ανάρχους αρχάς ως μη φυλάττειν (την αυτών προς αλλήλας κατά το αίτιον και το αιτατόν τάξιν τε και σχέσιν, λέγω δη) μήτε τω υιώ το είναι υιώ, μη προς αρχήν αναφερομένω τον πατέρα, μήτε τω πατρί το της αρχής αξίωμα, της ως πατρί και γεννήτορι, πολυαρχίαν εισάγουσιν ελληνικήν. Και ούτω προς κακόν ίσον τοις συναλείφουσι και οι ουκ ορθώς διαιρούντες εκ των εναντίων μεταπίπτουσι, ψιλα και ούτοι καταλείποντες τα ονόματα. Που ουν κοινόν ανάλογον των τε εν κύκλω ημιδιαμέτρων προς το κέντρον και των προς αλλήλους ανίσων, ίνα μη λέγω και αντιθέτων και του θείου κέντρου ανεπάφου κακοδόξων θρησκειών; Τας γαρ περί της ενανθρωπήσεως του θείου λόγου εναντιωτάτας των ετεροδόξων διαφοράς (ους και αντιχρίστους καλεί ο, ως αν υμείς είποιτε, φραγμασών Ιωάννης ο επιστήθιος) προσήσειν μοι των δικαίων. Ει γαρ παν πνεύμα το μη ομολογούν Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, ου του Θεού, αλλά του αντιχρίστου εστί, και παν άρα πνεύμα το μη ως ελήλυθεν, εληλυθέναι ομολογούν τον Ιησούν Χριστόν ου του Θεού, αλλά του αντιχρίστου εστιν. Ουχ ως ελήλυθε δε, ελυληθέναι ομολογειν τον Ιησούν Χριστόν εις τροπήν ή φυρμόν, ή διαίρεσιν εισάγον των εξ ων, εν οις άπερ πέφυκεν ο Ιησούς Χριστός ή φαντασιολογούν την οικονομίαν. Οράς ως των θρησκειών των τοις από Αδάμ μέχρι Χριστού, ως αν υμείς· είποιτε, φραγμασώσι μη ομοιοθρήσκως ουδεμία άπτεται του εν τω κύκλω κέντρου. Αι μεν γαρ εν τω κύκλω ημιδιάμετροι, καθ’ όσον αλλήλαις πλησιάζουσι, κατά τοσούτον και τω κέντρω, και καθ’ όσον αλλήλων διΐστανται, κατά τοσούτον και του κέντρου. Των δε κακοδόξων θρησκειών, αι μεν ως είρηται, ουχ ότι πάντη απ’ αλλήλων διΐστανται, μηδόλως αλλήλαις πλησιάζουσαι, αλλά και άκρως αλλήλας μάχονται, ως Ιουδαϊσμός και Ελληνισμός. Ωσαύτως Σαβελλισμός (ίνα επαναλάβω) και Αρειανισμός, ο μεν, συναλείφων τας θεαρχικάς τρεις υποστάσεις, ο δε τέμνων τας φύσεις· καπί της εναντιώσεως του θείου λόγου ομοίως Νεστόριός τε και Διόσκουρος, οι και αυτοί εκ διαμέτρου ασεβούντες, ο μεν λέγω συγχέων τας επί Χριστού ασυγχύτως τε και αδιαιρέτως καθ’ υπόστασιν του θείου λόγου συντιθούσας δύω φύσεις, ο δε τέμνων, είτ’ ουν διαιρών, ο Νεστόριος. Τούτων δ’ αυ  εκατέροις ένθεν μεν Μανιχαίοι και Ουαλεντίνοι, φαντασιολογούντες την οικονομίαν, ένθεν δε, Απολινάριοι μάχονται, άψυχόν τε και άνουν οι παράφρονες την του Κυρίου έμψυχον και εύνουν σάρκα φληναφούντες. Και σιωπώ τας Ωριγένους ελληνικάς μυθολογίας. Των τοίνυν κακοδοξιών αι μεν, ως δέδεικται, πάντη αλλήλαις ασύμβατοι και μάχιμοι, αι δε δοκούσαι αλλήλαις, ει και τη ορθοδοξία οπωσούν πλησιάζειν, αναλογούσι μάλλον ταις τη του

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…………………….

 

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ο Ερανιστής  τ 15 (1978-1979) σ 182-252 Αλκης Αγγέλου Η καθίδρυση του Ελευθέρου Τεκτονισμού στον Νέον Ελληνισμό.

Περί των λεγομένων Φραγμασόνων

            Των Φραγμασόνων τις ηρωτήθη παρ’ ημών. Τι δήποτε, ω ούτος, τα της υμών φαεινής, ως φατε, θρησκείας, υπό τον μόδιον της σιγής κρύπτοντες, ου θριαμβεύετε; είγε το φανερούμενον φως  εστι;

            Φραγμασών. Αλλά το φως φησι, τους μη τας όψεις ερρωμένους σκοτίζει μάλλον ου φωτίζει. Ή ουχί και παρ’ υμίν τα δόγματα της υμετέρας θρησκείας ανέκφορα τετήρηται ουχ όπως τοις ετεροδόξοις, αλλά και αυτοίς έτι τοις εν υμίν αμυήτοις, φημί δη τοις κατηχουμένοις, οπότε ουδέ των μεμυημένων τοις γαλακτοτροφουμένοις παρατίθενται, αλλά τοις δια την έξιν τα αισθητήρια γεγυμνασμένοις, ώσθ’ ικανούς είναι ου μόνον εις διάκρισιν καλού τε και κακού, αλλά και ετέρους διδάσκειν;

            Χριστιανός. Αλλ’ ουχί και τα κηρύγματα, έφην, πορευθέντες γαρ φησιν, εις τον κόσμον άπαντα, κηρύξατε το Ευαγγέλιον πάση τη κτήσει, και ό εις το ους ακούετε, κηρύξατε επί των δωμάτων· κηρύττομεν γουν ημείς, ότι πιστεύομεν εις ένα θεόν πατέρα παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων· και εις ένα κύριον Ιησούν Χριστόν, το υιόν του Θεού τον μονογενή τον εκ του πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων (και τα εξής του συμβόλου).

            Φραγμασών. Και μην και ημείς φησι, κηρύττομεν ως εσμέν του θείου ναού αρχιτέκτονες, είτε’ ουν δομήτορες, ο εστιν οικοδόμοι εις την τούτου οικοδομήν ουδαμόθεν ειργόμενοι, ως ουδ’ ο Σολομών, οικοδομείν τον περίκλυτον εκείνον ναόν του Θεού. Του δε θείου τούτου ναού Φραγμασόνες κατέστησαν, αος μεν, αυτός ο Θεός, βος δε, ο πρωτόπλαστος Αδάμ, και καθεξής σύμπαντες οι εξ εκείνου προπάτορες, μέχρι και αυτού Χριστού και των αυτού Αποστόλων. Εν οις Νώε, Μωσής τε και Σολομών, του ειρημένου θείου ναού και τύπους κατεσκεύασεν, ο μεν λέγω την σωστικήν κιβωτόν, ο δε την σκηνήν του μαρτυρίου, ο δε τον εν Ιεροσολύμοις ως είρηται ναόν. Ου δη χάριν και τα τεκτονικά ταύτα εργαλεία κατέχομεν, του τραχήλου οι ακριβέστεροι εξηρτημένα, κανόνα φημί, κάθετον, σπαρτίον, πηλοχρίστην, το λατινιστί μεν τρουϊέλλα, χυδαϊστί δε μιστρί, ελληνιστί δε ενλοίφιον, και γονήρες περίζωμα. Την δε ευαγγελικήν αγάπην έργω μάλλον και αληθεία προς τε αλλήλους και προς πάντας απλώς πάντα τρόπον επιτηδεύοντες, τα περί των διαφόρων θρησκειών αδιάφορα τιθέμεθα, ως μηδεμιάς τούτων προϊσταμένης είτ’ ουν παρεμποδιζούσης τη προκειμένη ημίν οικοδομή. Τοιούτο μεν δη φησί και το ημέτερον κήρυγμα. Τα δη δόγματα ούμενουν, ουδείς των απανταχού, αλλ’ ος αν έληται κατηχηθήναι μυσταγωγητέος, και ουδέ ούτος αθρόος είτ’ ουν συλλήβδην ξύμπαντα, αλλά κατά βαθμόν αον, βον και γον, τον και τέλειον, καθ’ ένα έκαστον των βαθμών τριετίαν μυούμενος, και περί πράξιν μεν αμαρτήσας, συγγνωστός· δόγμα δε τι εξορχήσασθαι διανοηθείς, πρόστιμον απαραίτητον, απρόοπτον έξει θάνατον. Αλλήλους δε εις εγνωσμένοις μόνοις ημίν συνθήματος, όπη περ αν ώμεν, επιγινώσκομεν.

            Χριστιανός. Ουκούν ουχί τον θεόν, έφην, αλλ’ εαυτούς τε και θρησκειών αδιαφορίαν, ίσον δε ειπείν αθεΐαν κηρύττοντες, πάντα μάλλον ή θεοκήρυκες αν κληθείητε. Ίνα τι δαι, ή και όπως τον τα μυστήρια υμών εξορχούμενον αποκτείνετε, θανάσιμον έγκλημα, κατειπείν αυτού εν δικαστηρίω μη έχοντες; Ου γαρ δη την Πέτρου και Παύλου εξουσίαν και υμείς πλουτείν αν είποιτε· ων ο μεν τους περί τον Ανανίαν και την Σάπφειραν, τω Θεώ ψευσαμένους τω του Κυρίου ξίφει εθανάτωσεν· ο δε δημίω τω Σατανά χρώμενος, πόρνους τε και βλασφήμους και μάγους εξ αυτού επαίδευε, στρεβλούντος τας σάρκας αυτών. Πόθεν; οι ην μεν εκείνοι κατέλυσαν αδιαφορίαν, οικοδομούντες, α δε εκείνοι ωκοδόμησαν τη αδιαφορία καταλύοντες; Αλλ’ ουδέ τον εν νυκτί απροόπτως πατάξαντα δια μεν Μωσέως τα πρωτότοκα Αιγύπτου, δια δε Ησαΐου εκατόν ογδοήκοντα πέντε χιλιάδας εκ της παρεμβολής των Ασσυρίων προχειριείσθε υμείς; πόθεν, οι, ως ο λόγος προϊών δηλώσει, τον Μωσέως και Ησαΐου θεόν μη θρησκεύοντες;

            Φραγμασών. Ουχ ημείς φησιν, αλλ’ ο διάβολος αυτόν αποκτείνει, ο και τον Αδάμ πρότερον, και τον Ιούδαν έσχατον θανατώσας, ανθ’ ων κακείνοι το μυστικόν εξηγόρευσαν, ο μεν αυτώ τούτω τω διαβόλω, ο δε, τοις περί τον Άνναν και Καϊάφαν αρχιερεύσι.

            Χριστιανός. Και μην εκείνων ουδέτερος ή υπό του διαβόλου ή απροόπτως, ή της εξαγορεύσεως ένεκα ή εθανάτωσαν ή έθανον, αλλά μετά την εξαγόρευσιν αυτοί εαυτούς εκόντες έδρασαν άπερ εκάτερος έπαθεν, ουκ αν παθόντες, ει μέχρι της εξαγορεύσεως έστησαν εκάτεροι, και μη ο μεν, και έφαγεν από του απηγορευμένου ξύλου, ο δε, και απέγνω εαυτού. Και γαρ τοις γεννάρχαις ο γενεσιουργός, ουχ η αν ημέρα, είπεν, εξαγορεύσητε, άττα υμίν ενετειλάμην, θανάτω αποθανείσθε, αλλά η αν ημέρα φάγητε από του ξύλου, ου ενετειλάμην υμίν μη φαγείν. Τον γαρ Σολομώντα και τον Απόστολον Παύλον παρήσειν μοι δοκεί, ως εκάτεροι απαγγείλαντες βασιλεύσι και τυράννοις και δικασταίς περάτων γης και απλώς πάσι τοις έθνεσι κεκρυμμένα θεού μυστήρια, ο μεν το της Σοφίας, ο δε τω του Ευαγγελίου, είτ’ ουν το του Χριστού χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένον, ουδέν έπαθον. Τω δε Παύλω ει μη ευηγγελίζετο το του Ευαγγελίου μυστήριον, και ουαί ην. Αλλ’ ουδέ προ χοίρων κατά συγκυρίαν τους μαργαρίτας βάλλοντες ή τοις κυσί τα άγια διδόντες ή υπό του διαβόλου απροόπτως εθανατούντο ή υπό του Ιούδα δίκην χοίρων ή κυνών θρασυστομούντες της εγκοσμίου φιλοσοφίας και κενής απάτης λογομαχίαιας τε και ολιστικαίς ενστάσεσιν έσθ’ όπου ρηγνύμενοι και του ζην παραυτίκα απερρύγνηντο (εικός και γαρ τον σπόρον των εξελθόντων σπείρειν εις πάσαν την γην και εις τα πέρατα της οικουμένης ουχί ξύμπαντα επί την καλήν και αγαθήν γην πίπτειν, αλλά και παρά την οδόν και επί τα πετρώδη και εις τα ακάνθας.) Αλλ’ ερρέθη τυχόν, ως ουχ ως μυστολάκτης, αλλα μάλλον ως επίορκος απεθερίζετο υπό του δραπάνου εκείνου, ό ο προφήτης Ζαχαρίας πετόμενον εώρακεν επί πρόσωπον πάσης της γης και πάντα επίορκον έως θανάτου εκδικούν. Καθ’ ό,τι φρικτοίς, ως φατε, όρκοις καταδεσμείτε τους υμετέρους κρυφιομύστας, ίνα μηδενί μηδέν είπωσιν, ως εωράκασι τε και ετελέσθησαν. Αλλά γαρ της επιορκίας δια της ούσης της μεν καθ’ ην ομνύει τις τω ονόματι Κυρίου επί ψεύδει, τούτο γαρ βούλεται και το, ου λήψη το όνομα Κυρίου του Θεού του επί ματαίω. Της δε, καθ’ ην αθετεί τις, ον ώμοσεν όρκον του Κυρίου. Και γαρ και το μη αποδούναι τω Κυρίω, ας τις ηύξατο ευχάς, ίσον δε ειπείν ους ώμοσεν όρκους, επιορκία εστί. Διττής τοιγαρούν ούσης της επιορκίας, το εναέριον εκείνο δρέπανον κατά των επί ψεύδει ομνυόντων τω ονόματι Κυρίου πετόμενον φαίνεται. Ει δε καπί του αθετούντος, ον ώμοσεν όρκον είη πετόμενον. Πας γαρ φησιν επίορκος εκ τούτου εκδικηθήσεται. Αλλ’ ούτε πάντων των αθετησάντων αψάμενον φαίνεται, ούτε πάντων ων ήψατο, και θανασίμως ή απροόπτως αυτών ήψατο. Ούτε γαρ Δαυίδ επειράθη όλως του δρεπάνου, φεισάμενος του Νάβαλ, ον ου μην αναιρήσειν ώμοσεν· ή θανασίμως, α ώμοσε και έστησε του φυλάξασθαι κρίματα της δικαιοσύνης του Θεού, επί τε Ουρίου και της τούτου γυναικός αθετήσας. Εξ ων γαρ λέγει εν τω 29 ψαλμώ, δοκεί προ της επί Βηρταβέκ ταραχής συνθέσεις αμεταθέτω γνώμη του φυλάξασθαι τα κρίματα του Θεού. Εγώ γάρ φησιν, είπα εν τη ευθηνία μου ου μη σαλευθώ εις τον αιώνα, … απέστρεψας δε το πρόσωπόν σου και εγεννήθην τεταραγμένος. Ούτε όλως Εζεκίας και Ιούλ, αθετήσαντες ο μεν εν τω Βασιλεί Ασσυρίων, ο δε εν τω οίκω Δαβίδ. Δήλον γαρ ως αι την υποφοράν και απλώς αι περί ειρηνικής και αμάχου φιλίας συνθήκαι ενόρκως επιστούντο. Αλλ’ ουδ’ Ιωκείμ τε και Σεδεκίου θανασίμως ήψατο το δρέπανον. Ει γε και τούτων, αναβάντος επ’ αυτούς του Βασιλέως Βαβυλώνος, ανθ’ ων εκάτεροι ηθέτησαν εν αυτώ, ο μεν αναλώτως εκοιμήθη μετά των πατέρων αυτού· ο δε εκτυφλωθείς, εδόθη απαχθείς εις Βαβυλώνα εν οικία μύλωνος έως ημέρας ης απέθανε. Και σιωπώ τους περί τε τον Αντίοχον τον Επιφανή και Βακχίδην τους επί ταις επιορκίαις αυτών ουδέ της σκιάς του επί παν πρόσωπον της γης πετομένου εκείνου δραπάνου πειραθέντας. Ου τούτο δε φημι ότι επί μόνω φοβερισμώ επέτετο το δρέπανον εκείνο, ούτε γαρ το ρήμα Κυρίου, ο αν εξέλθη εκ του στόματος αυτού, κενόν αποστρέφει· ούτε το κρίμα του Θεού εκφεύξονται οι της ανοχής αυτού και της μακροθυμίας καταφρονούντες ή ενταύθα ή μετά ταύτα. Αλλ’ ότι των επιόρκων τοις μεν ουτ’ ανυπερθέτως ούτε θανασίμως απηνέχθη επί το ειρημένον δρέπανον, όσοι δε και έως θανάτου εκ τούτου εξεδικήθησαν, ούτε απροόπτως ούτε ακρίτως εξεθηρήθησαν, αλλά και προφανώς και εκ δικαστικής ψήφου. Τι δ’ αν τις και λέγοι περί ων καθ’ εκάστην ως ειπείν απανταχού γης επιορκούντων, οις εστίλβωσε με την ρομφαίαν εαυτού ο Θεός, και το τόξον αυτού ανέτεινε, και εν αυτώ ητοίμασε βέλη θανάτου, μακρόθυμος δ’ ων ουκ οργήν επάγει καθ’ εκάστην ημέραν. Επειδή τοιγαρούν, ίνα επί το προκείμενον επανέλθωμεν, των μεν τα μυστήρια εξαγορευόντων, ουδείς, των δε επιορκίας θανασίμου μεν, ου πας, απροόπτως δε και ακρίτως ουδέ τούτων τις εξ εκείνου του δραπάνου εκδεδίκησι, οι δε το υμέτερον εξορχήσασθαι μελετήσασθαι μυστήριον, και τα ολέθρια, ως φατε, και απροόπτως ταύτα πανθάνουσι, πανθάνουσι δε ούτε εξ αποστολικής ως δέδεικται εξουσίας, ούτε εκ προφητικής μεσιτείας, οποίον αν είη και το καθ’ υμάς ολέθριν υμών μυστήριον, προϊών ο λόγος, δηλώσει. Αλλ’ ουδ’ ούτω πιθανόν το απροόπτως θανατούσθαι τον εξειπείν ηρημένον τα μυσαρά υμών μυστήρια, ως εκείνο πανάληθες. Κατά γαρ τους του Μάνεντος και υμείς γοητείαις διαφερόντως χρώμενοι εν τη των εναγών υμών μυστηρίων τελετή, την ψυχήν του των μυσαρών οργίων μετειληχότος ταις δαιμονικαίς επωδαίς καταδησμένου, ως μηδέ θάλλοντα δύνασθαι μετατεθήναι εις των ψυχοφθόρων ενεργείας δαιμόνων ή εξειπείν τι, ων ετελέσθη. Τέως δ’ ουν ηδέως αν ακούσαιμι, που ποτε οικοδομείν έχετε, ον φατε θείον ναόν; μη άρα τον του Σολομώντος εν Ιεροσολύμοις οικοδομείν επαγγέλεσθε;

            Φραγμασών. Αλλ’ ουκ αψύχου φησί ναού. Καθ’ ό,τι ουδέ εν χειροποιήτοις ναοίς κατοικεί ο Θεός. Εμψύχου δε μάλλον εσμέν δομήτορες. Υμείς γαρ φησίν εστέ ναός θεού ζώντος κτ.

            Χριστιανός. Τι ουν υμίν βούλονται, α εξήρτησθε τεκτονικά αψύχου οικοδομής εργαλεία, αργούντα εν καιρώ, καθ’ ον ως φατε, της επί Σολομώντος αμάχου τε και αδεούς ευκαιρίας τυγχάνετε;

            Φραγμασών. Τύποι φησίν είναι ταύτα της νοητής ημών οικοδομής. Οιονεί γαρ εξ ύλης και είδους δια πράξεως και θεωρίας οικοδομείται ημίν ο θείος ναός. Ων την μεν πράξιν τα τεκτονικά ταυτί εργαλεία υπαινίττεται, δικαιοσύνην ημίν και σωφροσύνην και την αλλήλους συνδέουσαν και τας των άλλων ενδείας αναπληρούσαν αγάπην προσμαρυτυρούντα, η δε θεωρία εν αδύτοις τοις ήδη μεμυημένοις τεταμίευται.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ………………….

Ο Μάρξ ανάγγειλε το τέλος της Ιστορίας, ο Νίτσε τον θάνατο του Θεού και ο Χαιντέγκερ την ευθανασία της Μεταφυσικής. Ο Τέκτονας διασχίζει της λεωφόρους Γής και Ουρανού, ένα παιχνίδι στοχασμών για τον Κόσμο, την Ηθική και το Θείο, πάντα διαφορετικοι  απο τους προηγόμενους, διαλεκτικά δεμένοι με την επόμενη κίνηση του μέσα στην Στοά.

Ετσι κάθε Τέκτονας δεν είναι υποχείριο της Τύχης και της Αναγκαιότητος, γιατί δεν είναι ένας σωρός απο σκουπίδια, όπως μας έχει πεί εδώ και 2500 χρόνια ο Ηράκλειτος και χαρακτηρίζει τον κόσμο των αμυήτων.

Ο Τέκτονας επεξεργάζεται τον ακατέργαστο λίθο, με σκοπό την ανέργεση του εσωτερικού ναού, σύμφωνα με σχέδια, που περιέχουν πανανθρώπινες αλήθειες, και γνώσεις που αποκτά μέσα απο τις Μυήσεις του στην Στοά.

Τεκτονισμός είναι ατομικό βίωμα, ότι και να διαβάσει κανείς, αν κάποιος  δεν είναι Τέκτονας δεν μπορεί να κατανοήσει το μεγαλείο του Τεκτονισμού.

Είπον Mercurius Astrologus 1638